Η Ουάσιγκτον δεν παίζει πια το χαρτί της «διπλωματικής πίεσης». Περνά σε φάση ωμής επιβολής, ανακοινώνοντας αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών και μετατρέποντας τη Μέση Ανατολή σε πεδίο οικονομικού και στρατιωτικού εκβιασμού με παγκόσμιες συνέπειες.
Πίσω από τις ψυχρές ανακοινώσεις του αμερικανικού στρατού κρύβεται η πραγματική εικόνα: ένα μήνυμα ισχύος προς την Τεχεράνη, μια πρόβα γενικευμένης αποσταθεροποίησης για την περιοχή και ένα νέο κύμα πανικού για πετρέλαιο, ναυσιπλοΐα και διεθνή ασφάλεια.
Δεν είναι «μέτρο πίεσης» — είναι απόπειρα ασφυξίας
Ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών δεν συνιστά μια απλή τακτική κίνηση. Είναι ευθεία απόπειρα να κοπεί η θαλάσσια ανάσα του Ιράν, να πληγεί η οικονομική του κυκλοφορία και να σταλεί το μήνυμα ότι οι ΗΠΑ θεωρούν πως μπορούν να ορίζουν ποιος εμπορεύεται, ποιος πλέει και ποιος επιβιώνει στην περιοχή.
Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον δηλώνει πως θα επιτρέπει τη διέλευση σε πλοία που δεν έχουν σχέση με το Ιράν, δεν μειώνει την επιθετικότητα της πράξης. Αντίθετα, την κάνει πιο κυνική: πρόκειται για έναν «στοχευμένο στραγγαλισμό», ντυμένο με το προσωπείο της ελεγχόμενης κλιμάκωσης.
Το ναυάγιο των συνομιλιών έφερε το αληθινό πρόσωπο της κρίσης
Η αποτυχία των συνομιλιών δεν άνοιξε απλώς έναν νέο κύκλο έντασης. Ξεσκέπασε ότι το τραπέζι της διαπραγμάτευσης ήταν ήδη μισοαναποδογυρισμένο. Μετά το Ισλαμαμπάντ, η διπλωματία υποχωρεί και τη θέση της παίρνει η λογική του καταναγκασμού: ή συμμόρφωση ή πολιορκία.
Αυτή η μετάβαση είναι που καθιστά τη συγκυρία εξαιρετικά επικίνδυνη. Γιατί όταν η διαπραγμάτευση πεθαίνει δημοσίως και ο αποκλεισμός ανακοινώνεται σχεδόν ως φυσική συνέπεια, τότε η κρίση παύει να είναι προσωρινή ένταση και γίνεται μηχανισμός πολέμου.
Ο Τραμπ μιλά σαν να μην τον ενδιαφέρει πια ούτε η πρόφαση
Η δήλωση Τραμπ ότι «δεν μ’ ενδιαφέρει αν θα επιστρέψουν ή όχι» οι Ιρανοί στις συνομιλίες είναι κάτι πολύ περισσότερο από κυνισμός. Είναι πολιτική ομολογία. Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται να εγκαταλείπει ακόμη και τη ρητορική της ειρηνικής διεξόδου και να υιοθετεί ανοιχτά το δόγμα της επιβολής διά της ισχύος.
Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η Ουάσιγκτον δεν αναζητά πλέον μια συμφωνία που θα τηρηθεί, αλλά μια υποταγή που θα επιβληθεί. Και όταν μια υπερδύναμη παύει να νοιάζεται αν υπάρχει συνομιλητής απέναντι, τότε η περιοχή οδεύει όχι προς αποκλιμάκωση αλλά προς πιο σκοτεινή, πιο ασταθή, πιο ανεξέλεγκτη φάση.
Αυτό που βλέπουμε δεν είναι μια «σκληρή διαπραγμάτευση». Είναι η μετατροπή ολόκληρης της Μέσης Ανατολής σε θάλαμο πίεσης, με το Ορμούζ να γίνεται ξανά φιτίλι παγκόσμιας ανάφλεξης και τον πλανήτη να ετοιμάζεται να πληρώσει το κόστος σε ενέργεια, εφοδιασμό και ασφάλεια.
Και το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο η κλιμάκωση. Είναι η ψυχρότητα με την οποία παρουσιάζεται. Σαν να πρόκειται για μια τεχνική διευθέτηση, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ακόμη ένα βήμα προς τον στρατιωτικό εκβιασμό χωρίς όριο. Η Ουάσιγκτον σφίγγει τη θηλιά, η Τεχεράνη απαντά με αδιαλλαξία και ο κόσμος κοιτάζει ξανά το Ορμούζ γνωρίζοντας ότι εκεί δεν παίζεται απλώς μια περιφερειακή κρίση. Παίζεται το ποιος θα σύρει πρώτος όλους τους υπόλοιπους στο χάος.

