Στην Ελλάδα του διοικητικού παραλόγου, ο αναπληρωτής εκπαιδευτικός καλείται κάθε χρόνο να αποδεικνύει από την αρχή ότι είναι αυτό που ήδη έχει αποδειχθεί πως είναι: πτυχιούχος, νόμιμος, αξιολογημένος, καταγεγραμμένος.
Την ίδια ώρα, το ίδιο κράτος που εξαντλεί την αυστηρότητά του πάνω στον άνθρωπο της τάξης, δείχνει σκανδαλώδη ελαστικότητα όταν πρόκειται να βολέψει τον κομματικό εκλεκτό σε θέση «ειδικού επιστήμονα», ακόμη και χωρίς τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα.
Η γραφειοκρατία ως εξευτελισμός
Ο/η αναπληρωτής/τρια εκπαιδευτικός καταθέτει τίτλο σπουδών στον ΑΣΕΠ. Ελέγχεται, μοριοδοτείται, κατατάσσεται. Ο ίδιος τίτλος περνά από το ΟΠΣΥΔ, επικυρώνεται και χρησιμοποιείται για τη σύνταξη πινάκων. Κι όμως, όταν έρθει η ώρα της πρόσληψης, το κράτος ζητά ξανά τα ίδια χαρτιά στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης. Και δεν σταματά εκεί. Στην πορεία της χρονιάς, η ίδια υπηρεσία διατηρεί το δικαίωμα να απαιτήσει εκ νέου συμπληρωματικά στοιχεία για προσόντα που έχουν ήδη ελεγχθεί πολλαπλώς. Δεν πρόκειται για έλεγχο. Πρόκειται για διοικητική ταπείνωση.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά
Για τους εκπαιδευτικούς, ιδίως για όσους διαθέτουν τίτλους σπουδών από το εξωτερικό, η νομιμότητα εφαρμόζεται με απόλυτη αυστηρότητα: ΔΟΑΤΑΠ, αντιστοίχιση, πλήρης φάκελος, επανέλεγχος, ξανά από την αρχή. Και σωστά. Όμως το ερώτημα είναι άλλο: γιατί αυτή η ακαμψία εξαφανίζεται όταν πρόκειται για κομματικούς διορισμούς; Πώς γίνεται ο άνθρωπος που διδάσκει παιδιά να περνά από διαρκές μικροσκόπιο, ενώ ο άνθρωπος που τοποθετείται για να εποπτεύει, να εισηγείται ή να αξιολογεί, να αντιμετωπίζεται σαν να βρίσκεται υπεράνω κανόνων;
Το πραγματικό σκάνδαλο
Το εξοργιστικό δεν είναι μόνο η γραφειοκρατία. Είναι η αντιστροφή της ίδιας της ηθικής τάξης. Ο εκπαιδευτικός των 850 ευρώ, που κουβαλά στις πλάτες του σχολεία, νησιά, ενοίκια, μετακινήσεις και μια ολόκληρη κοινωνική αποστολή, αντιμετωπίζεται ως εν δυνάμει ύποπτος. Αντίθετα, ο κάθε κομματικός ντενεκές μπορεί να αμείβεται πλουσιοπάροχα, να στερείται τα ουσιώδη προσόντα και παρ’ όλα αυτά να έχει λόγο πάνω στο έργο των ανθρώπων που πραγματικά κρατούν όρθια την εκπαίδευση. Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι θεσμική διαστροφή.
Σε ένα σοβαρό κράτος, ο δάσκαλος και ο καθηγητής θα προστατεύονταν από την αυθαιρεσία και ο διορισμένος ημέτερος θα ελεγχόταν μέχρι τελευταίας υπογραφής. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Γιατί αυτό το κράτος δεν χτίστηκε για να υπηρετεί την αξιοκρατία, αλλά για να συντηρεί το δίκτυο των ημετέρων. Είναι το κράτος των σκανδάλων, των υποκλοπών, των δικογραφιών, της φτηνής προπαγάνδας βαφτισμένης «αλήθεια» και της κομματικής μετριότητας βαφτισμένης «αριστεία». Αυτή δεν είναι λογική διοίκησης. Είναι η επίσημη παράνοια ενός καθεστώτος που ζητά από τους έντιμους να απολογούνται, ώστε οι ακατάλληλοι να κυβερνούν ανενόχλητοι.

