Περίμενε αποζημίωση για τα ζώα του. Αντί γι’ αυτό, όπως καταγγέλλεται, έλαβε έγγραφο απόρριψης επειδή θεωρήθηκε «μη συνεργάσιμος». Μια υπόθεση που μυρίζει εκδικητική γραφειοκρατία.
Θυμάστε τον ηλικιωμένο κτηνοτρόφο με τη σπάνια ράτσα προβάτων; Τον άνθρωπο που, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, κατέρρευσε όταν πήγαν να του θανατώσουν τα ζώα του; Τον άνθρωπο που είδε τον κόπο μιας ζωής να απειλείται μέσα σε λίγες ώρες από έναν μηχανισμό που δεν βλέπει πρόσωπα, οικογένειες, περιουσίες, ιστορίες — βλέπει μόνο φακέλους, σφραγίδες και εντολές;
Ε, λοιπόν, η ιστορία δεν τελείωσε εκεί.
Ενώ ο άνθρωπος περίμενε μια ισχνή αποζημίωση, έστω μια στοιχειώδη αναγνώριση της ζημιάς που υπέστη, του εστάλη, όπως καταγγέλλεται, έγγραφο με το οποίο απορρίπτεται η χορήγησή της. Ο λόγος; Ότι δήθεν δεν ήταν «συνεργάσιμος».
Δηλαδή, ο άνθρωπος που είδε να απειλείται το κοπάδι του, που βρέθηκε αντιμέτωπος με την απώλεια της περιουσίας του, που λύγισε σωματικά και ψυχικά, βαφτίζεται τώρα και «μη συνεργάσιμος». Αντί για στήριξη, τιμωρία. Αντί για αποζημίωση, απόρριψη. Αντί για ανθρωπιά, ψυχρή διοικητική αναλγησία.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ζήτημα.
Γιατί δεν μιλάμε απλώς για έναν φάκελο. Μιλάμε για το πώς ένα κράτος αντιμετωπίζει τον αδύναμο πολίτη όταν αυτός δεν σκύβει το κεφάλι. Μιλάμε για το πώς η γραφειοκρατία μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό εξόντωσης. Μιλάμε για την αλαζονεία μιας εξουσίας που θεωρεί ότι ο πολίτης υπάρχει μόνο για να υπακούει.
Το μήνυμα που στέλνεται είναι τρομακτικό: αν αντιδράσεις, αν διαμαρτυρηθείς, αν υπερασπιστείς την περιουσία σου, θα σε βαφτίσουν «μη συνεργάσιμο». Αν σταθείς όρθιος, θα σου κλείσουν την πόρτα. Αν ζητήσεις το δίκιο σου, θα σε τιμωρήσουν.
Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου. Είναι κράτος φόβου.
Και απέναντι σε αυτό, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή. Ούτε η υποταγή. Ο πολίτης έχει δικαιώματα. Έχει φωνή. Έχει Σύνταγμα. Έχει θεσμικά και νομικά μέσα. Έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τη ζωή του, την οικογένειά του, την περιουσία του και την αξιοπρέπειά του μέσα από κάθε νόμιμο δρόμο.
Γιατί όσο ο πολίτης σκύβει, τόσο τον πατούν. Όσο σωπαίνει, τόσο τον διαγράφουν. Όσο φοβάται, τόσο αποθρασύνονται.
Η υπόθεση του ηλικιωμένου κτηνοτρόφου δεν είναι μια απλή τοπική ιστορία. Είναι καθρέφτης μιας χώρας όπου ο αδύναμος πολίτης καλείται να αποδείξει ότι δεν είναι ένοχος επειδή τόλμησε να πονέσει, να αντιδράσει, να μη δεχθεί αδιαμαρτύρητα την καταστροφή του.
Και αυτό πρέπει να τελειώσει.
Όχι με κραυγές. Όχι με τυφλή σύγκρουση. Αλλά με μνήμη, επιμονή, δημοσιότητα, θεσμική πίεση και δικαιοσύνη.
Γιατί κάποια στιγμή οι ευθύνες πρέπει να αποδοθούν. Και τότε κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι δεν ήξερε.
Ο ηλικιωμένος κτηνοτρόφος δεν είναι «μη συνεργάσιμος». Είναι ένας πολίτης που βρέθηκε απέναντι σε έναν μηχανισμό χωρίς ψυχή. Και όταν ένα κράτος χάνει την ψυχή του απέναντι στους πιο αδύναμους, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο πολίτης. Είναι το ίδιο το κράτος.

