Η ιατροδικαστική ανάγνωση των Παθών δείχνει το μέγεθος του μαρτυρίου: αίμα, ασφυξία, εξάντληση, πόνος — και μια θυσία που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα
Δεν υπάρχει πιο συγκλονιστική στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία από τα Πάθη του Χριστού. Όχι μόνο ως θεολογικό γεγονός. Όχι μόνο ως κορύφωση της πίστης. Αλλά και ως ωμή, σωματική πραγματικότητα. Ως βασανισμός. Ως εξευτελισμός. Ως δημόσια εκτέλεση με τρόπο που είχε σκοπό όχι απλώς να θανατώσει, αλλά να διαλύσει τον άνθρωπο πριν ακόμη πεθάνει.
Ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, Φίλιππος Κουτσάφτης, μελετώντας συστηματικά τις πηγές και τα Ευαγγέλια, έχει επιχειρήσει μια ιατροδικαστική προσέγγιση των Παθών. Και το συμπέρασμα σοκάρει: ο Ιησούς δεν οδηγήθηκε απλώς στον Σταυρό. Σύρθηκε μέσα από μια αλληλουχία ψυχικού τρόμου, σωματικής εξάντλησης, αιμορραγίας, βασανισμών και τελικής ασφυξίας.
Το αίμα πριν από τα καρφιά
Το μαρτύριο δεν άρχισε στον Γολγοθά. Άρχισε στη Γεθσημανή.
Εκεί όπου ο Χριστός, γνωρίζοντας τι έρχεται, βρίσκεται σε τέτοια ψυχοσωματική ένταση ώστε, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, ο ιδρώτας Του γίνεται «ως θρόμβοι αίματος». Για αιώνες, πολλοί αμφισβήτησαν αυτή τη λεπτομέρεια. Σήμερα όμως η ιατρική γνωρίζει ότι, σε ακραίες καταστάσεις αγωνίας, μπορεί να συμβεί ρήξη τριχοειδών αγγείων γύρω από τους ιδρωτοποιούς αδένες, με αποτέλεσμα το αίμα να αναμειχθεί με τον ιδρώτα.
Δηλαδή, πριν καν εμφανιστεί ο σταυρός, το σώμα Του είχε ήδη αρχίσει να καταρρέει από την ένταση.
Και όμως, δεν λύγισε.
Έξι ανακρίσεις, αλυσίδες και βασανισμοί
Μετά τη σύλληψη, ο Ιησούς δεν οδηγείται απευθείας στην εκτέλεση. Περνά από μια εξαντλητική αλληλουχία ανακρίσεων: Άννας, Καϊάφας, Συνέδριο, Πιλάτος, Ηρώδης και ξανά Πιλάτος.
Στα μεσοδιαστήματα κακοποιείται, εξευτελίζεται, χλευάζεται, σύρεται αλυσοδεμένος. Η διαδρομή, σύμφωνα με την ανάλυση, φτάνει περίπου τα έξι χιλιόμετρα. Και όλα αυτά χωρίς ύπνο, χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, μέσα σε διαρκή σωματική και ψυχική κακοποίηση.
Δεν ήταν απλώς μια δίκη. Ήταν προμελετημένη συντριβή.
Η μαστίγωση: το σώμα γίνεται πληγή
Η μαστίγωση με το ρωμαϊκό φραγγέλιο ήταν από μόνη της σχεδόν θανατηφόρα.
Δεν επρόκειτο για απλό μαστίγιο. Τα λουριά του είχαν στις άκρες σφαιρίδια, κομμάτια οστών ή μετάλλου. Κάθε χτύπημα έμπαινε στη σάρκα. Και όταν ο βασανιστής τραβούσε το μαστίγιο πίσω, ξέσκιζε το δέρμα.
Η πλάτη, τα πλευρά, η κοιλιακή και θωρακική χώρα θα πρέπει να είχαν μετατραπεί σε ανοιχτές πληγές. Η απώλεια αίματος ήταν μεγάλη. Ο πόνος αφόρητος. Η εξάντληση ακραία.
Και πάνω σε αυτή την καταματωμένη πλάτη, φορτώνεται το ξύλο του Σταυρού.
Όχι λείο, όπως το βλέπουμε στις αγιογραφίες. Αλλά ακατέργαστο, βαρύ, γεμάτο ρόζους και σκληρό φλοιό. Ένα ξύλο που ακουμπά πάνω στις πληγές και τις ανοίγει ξανά.
Εκεί, ανθρώπινα, θα έπρεπε να είχε έρθει το τέλος.
Αλλά ο Χριστός συνέχισε.
Τα καρφιά και η ασφυξία του Σταυρού
Στον Γολγοθά, ο Ιησούς ξαπλώνεται πάνω στον Σταυρό. Τα καρφιά περνούν από τα χέρια και τα πόδια. Είτε από τις παλάμες είτε από την περιοχή των καρπών, ο πόνος ήταν ανείπωτος. Αν τραυματίστηκε το μέσο νεύρο, τότε κάθε κίνηση θα προκαλούσε ηλεκτρικό, διαπεραστικό πόνο.
Αλλά η σταύρωση δεν σκότωνε μόνο με τα καρφιά.
Σκότωνε με τον χρόνο.
Το σώμα κρεμασμένο. Το βάρος να τραβά τον θώρακα. Η αναπνοή να γίνεται βασανιστήριο. Ο σταυρωμένος μπορούσε να εισπνεύσει, αλλά δυσκολευόταν τρομακτικά να εκπνεύσει. Για να πάρει ανάσα, έπρεπε να στηριχθεί στα καρφωμένα πόδια και να ανασηκωθεί. Κάθε ανάσα, ένας νέος πόνος. Κάθε λέξη, άθλος.
Η αιμορραγία, η αφυδάτωση, η πείνα, η δίψα, η εξάντληση, η κυκλοφορική κατάρρευση και η ασφυξία συνέθεταν έναν πολυπαραγοντικό θάνατο.
Δεν ήταν ένας θάνατος. Ήταν πολλοί θάνατοι μαζί.
Το ακάνθινο στεφάνι: βασανιστήριο, όχι σύμβολο
Το ακάνθινο στεφάνι δεν ήταν απλώς χλευασμός. Ήταν βασανιστήριο.
Το τριχωτό της κεφαλής έχει πλούσια αιμάτωση και έντονη νεύρωση. Τα αγκάθια, πιεσμένα πάνω στο κεφάλι, προκαλούσαν μεγάλη αιμορραγία και τρομερό πόνο. Δεν ήταν διακοσμητικό σύμβολο ταπείνωσης. Ήταν εργαλείο κακοποίησης.
Ένα «στέμμα» φτιαγμένο για να πληγώνει.
Ο λογχισμός: το πιστοποιητικό του θανάτου
Μετά τον θάνατο, ο λογχισμός της πλευράς επιβεβαιώνει το τέλος. Από την πλευρά Του βγαίνει «αίμα και ύδωρ». Ιατροδικαστικά, αυτό ερμηνεύεται ως ένδειξη βαρύτατης σωματικής κατάρρευσης και θανάτου.
Η λόγχη δεν ήταν λεπτομέρεια. Ήταν η σφραγίδα ότι κανείς δεν μπορούσε να επιβιώσει από αυτό.
Ο Χριστός δεν λιποθύμησε. Δεν επέζησε κρυφά. Δεν «φάνηκε» νεκρός.
Πέθανε πραγματικά.
Και γι’ αυτό η Ανάσταση δεν είναι συμβολισμός. Είναι ανατροπή του θανάτου.
Ο Γολγοθάς δεν ήταν μια συγκινητική θρησκευτική εικόνα για να την κοιτάμε βιαστικά κάθε Μεγάλη Παρασκευή.
Ήταν αίμα. Ήταν σάρκα σκισμένη. Ήταν δίψα. Ήταν ασφυξία. Ήταν χλευασμός. Ήταν απόλυτη μοναξιά. Ήταν ο Θεός που δέχθηκε να περάσει από την πιο άγρια μορφή ανθρώπινου πόνου — όχι γιατί δεν μπορούσε να τον αποφύγει, αλλά γιατί επέλεξε να τον σηκώσει.
Και εκεί βρίσκεται το συγκλονιστικότερο μυστήριο της πίστης:
ότι την ώρα που οι άνθρωποι Του κάρφωναν τα χέρια, Εκείνος προσευχόταν γι’ αυτούς.

