Όταν δεν μπορούν πια να υπερασπιστούν ούτε την ακρίβεια, ούτε τη φτώχεια, ούτε τη διαφθορά, πετούν στο τραπέζι τη λέξη-τοτέμ: «σταθερότητα». Μόνο που η δική τους σταθερότητα δεν είναι εθνική ανάγκη. Είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός συστήματος που τρέμει μην χάσει την εξουσία, τα προνόμια και το δικαίωμα να λυμαίνεται τη χώρα χωρίς αντίλογο.
Η σταθερότητα της φτώχειας δεν είναι επιχείρημα, είναι ομολογία ενοχής
Ο συντηρητικός συνομιλητής δεν αρνήθηκε την πραγματικότητα. Δεν μπόρεσε. Αναγνώρισε σχεδόν όλες τις κατηγορίες σε βάρος της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Είδε τα σκάνδαλα, είδε την ακρίβεια, είδε τους μισθούς που εξαφανίζονται πριν τελειώσει ο μήνας, είδε τις συντάξεις που μοιάζουν με φιλοδώρημα, είδε τη διαφθορά να απλώνεται σαν κανονικότητα. Και όταν τελείωσαν οι δικαιολογίες, έβγαλε από την τσέπη τη γνωστή καραμέλα: «κυβερνητική σταθερότητα».
Μα ποια σταθερότητα;
Σταθερότητα στη μόνιμη υποτίμηση της ζωής;
Σταθερότητα στην αισχροκέρδεια;
Σταθερότητα στην αδικία;
Σταθερότητα στην κοινωνική εξάντληση;
Σταθερότητα στην αναξιοπρέπεια;
Αν η χώρα βουλιάζει, δεν σε σώζει το ότι βουλιάζει “σταθερά”. Αν ο λαός γονατίζει, δεν πρόκειται για επιτυχία επειδή γονατίζει “χωρίς πολιτικές αναταράξεις”. Αυτή δεν είναι σταθερότητα. Είναι η μονιμοποίηση της παρακμής με πολιτικό περιτύλιγμα.
Ο φόβος των Τούρκων ως προπαγανδιστικός εκβιασμός
Και όταν καταρρέουν όλα τα υπόλοιπα, επιστρατεύεται ο παλιός γνώριμος μηχανισμός: ο φόβος. «Να έχουμε κυβερνητική σταθερότητα γιατί φοβάμαι μην κάνουν κανένα ντου οι Τούρκοι». Εκεί απογυμνώνεται πλήρως η ρητορική της Δεξιάς. Δεν ζητά εμπιστοσύνη επειδή έλυσε προβλήματα. Ζητά υποταγή επειδή καλλιεργεί απειλές.
Το δόγμα είναι απλό και χυδαίο:
Σκάσε για την ακρίβεια, γιατί υπάρχουν εθνικά θέματα.
Σκάσε για τη διαφθορά, γιατί υπάρχει γεωπολιτική ένταση.
Σκάσε για τη λεηλασία, γιατί “δεν είναι ώρα για πειράματα”.
Έτσι η κοινωνία καλείται να ανεχθεί τα πάντα. Να δέχεται την αφαίμαξη ως εθνική υπευθυνότητα. Να πληρώνει τα σπασμένα των λίγων και να αισθάνεται και ένοχη αν διαμαρτύρεται. Ο φόβος γίνεται πολιτικό πλυντήριο. Και η “σταθερότητα” γίνεται το αποσμητικό ενός καθεστώτος που μυρίζει σήψη.
Αυτό που θέλουν να μείνει σταθερό είναι τα προνόμια των λίγων
Ας τελειώνουμε με το παραμύθι. Αυτό που αποκαλούν “κυβερνητική σταθερότητα” δεν είναι τίποτε άλλο από τον φερετζέ του δεξιού. Ένα κάλυμμα. Μια λέξη-βιτρίνα για να μη φανεί το πραγματικό περιεχόμενο: η προστασία των καρτέλ, των κερδοσκόπων, των μηχανισμών διαπλοκής, των ημετέρων, των αδίστακτων και των βολεμένων.
Δεν φοβούνται την αστάθεια για τη χώρα. Φοβούνται την αστάθεια για το σύστημά τους. Φοβούνται μήπως διαταραχθεί η αλυσίδα των εξυπηρετήσεων. Μήπως χαλάσει η σειρά προτεραιότητας των ισχυρών. Μήπως εμφανιστεί μια κυβέρνηση προοδευτική, φιλολαϊκή, έντιμη και πατριωτική, που δεν θα γονατίζει μπροστά σε συμφέροντα και δεν θα βαφτίζει την κοινωνική λεηλασία “αναγκαίο ρεαλισμό”.
Γιατί αυτό είναι το πραγματικό τους άγχος: όχι μήπως κινδυνεύσει η πατρίδα, αλλά μήπως χάσουν οι ίδιοι το μονοπώλιο στη νομή της.
Τελική γροθιά
Η Δεξιά έμαθε να πουλάει τη φτώχεια ως κανονικότητα, τη διαφθορά ως αναπόφευκτο κακό και τον φόβο ως εθνική ευθύνη. Και όταν δεν έχει πια τίποτε άλλο να πει, φωνάζει “σταθερότητα”, λες και η λέξη αυτή μπορεί να κρύψει το πλιάτσικο. Δεν μπορεί. Γιατί η αλήθεια είναι μία: η “σταθερότητά” τους είναι η σταθερότητα των προνομίων, της αρπαχτής και της υποταγής. Ο φερετζές έπεσε. Και από κάτω δεν υπάρχει πατριωτισμός. Υπάρχει μόνο γυμνή, κυνική, δεξιά ιδιοτέλεια.


