Διαβούλευση εννέα ημερών, υποχρεωτική μεταφορά αρμοδιοτήτων και ένα άρθρο 36 που ανοίγει δρόμο για κλειστές, κατεπείγουσες αναθέσεις έργων
Το νομοσχέδιο που αλλάζει ριζικά τον χάρτη της ύδρευσης, της αποχέτευσης και της άρδευσης προχωρά στη Βουλή με ταχύτητα που δεν ταιριάζει ούτε στο μέγεθος της ανατροπής ούτε στη σοβαρότητα του αγαθού που βρίσκεται στο επίκεντρό της: του νερού.
Η κυβέρνηση επικαλείται τη λειψυδρία, τον κατακερματισμό των παρόχων και την ανάγκη δημιουργίας ισχυρότερων οργανισμών. Στην πράξη, όμως, αφαιρεί από Δήμους, ΔΕΥΑ και οργανισμούς άρδευσης κρίσιμες αρμοδιότητες και τις συγκεντρώνει στην ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, δύο εταιρείες με πλειοψηφικό δημόσιο έλεγχο, αλλά εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και με ιδιώτες μετόχους.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μια τυπική «ιδιωτικοποίηση» μέσω αλλαγής της μετοχικής πλειοψηφίας. Είναι η μεταφορά μιας κατεξοχήν τοπικής υπηρεσίας από αιρετά δημοτικά όργανα σε εταιρικά διοικητικά συμβούλια και σε έναν κεντρικό ρυθμιστικό μηχανισμό, μακριά από την άμεση λογοδοσία προς τις τοπικές κοινωνίες.
Διαβούλευση-αστραπή για μια αλλαγή δεκαετιών
Το σχέδιο αναρτήθηκε στη δημόσια διαβούλευση στις 10 Ιουλίου, στις 11 το βράδυ, και η διαδικασία έκλεισε στις 20 Ιουλίου, στις 9 το πρωί. Δηλαδή, λιγότερο από δέκα ημερολογιακές ημέρες και ουσιαστικά μόλις πέντε εργάσιμες για Δήμους, Περιφέρειες, ΔΕΥΑ, εργαζομένους, αγροτικούς φορείς και πολίτες.
Υποβλήθηκαν συνολικά 169 σχόλια. Ένα υιοθετήθηκε πλήρως και δεκαοκτώ εν μέρει στο βασικό μέρος του νομοσχεδίου. Από τα 148 σχόλια του Μέρους Α΄, τα 129 δεν έγιναν αποδεκτά, ενώ για τα 60 η αιτιολογία ήταν ότι βρίσκονταν «αντίθετα στο πνεύμα της ρύθμισης».
Με απλά λόγια, έγιναν επιμέρους διορθώσεις, αλλά ο πυρήνας του σχεδίου —η υποχρεωτική συγκέντρωση των αρμοδιοτήτων— έμεινε ανέγγιχτος.
Και μέσα σε λίγες ημέρες το νομοσχέδιο βρέθηκε στη Βουλή, όπου σήμερα, Τετάρτη 29 Ιουλίου, έχει προγραμματιστεί η δεύτερη ανάγνωσή του στην αρμόδια επιτροπή.
Ποιοι απορροφώνται
Με το νέο πλαίσιο η ΕΥΔΑΠ επεκτείνεται στη Βοιωτία, τη Φωκίδα και την Εύβοια, με εξαίρεση τη Σκύρο, καθώς και σε πρόσθετες περιοχές της Αττικής. Αναλαμβάνει ύδρευση, αποχέτευση και άρδευση και απορροφά συνολικά 43 παρόχους ή υπηρεσίες: 26 δημοτικές υπηρεσίες, επτά ΔΕΥΑ, οκτώ ΤΟΕΒ και την αρμοδιότητα άρδευσης της Κωπαΐδας.
Η ΕΥΑΘ επεκτείνεται στις Περιφερειακές Ενότητες Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής και ενσωματώνει συνολικά 25 φορείς: πέντε δημοτικές υπηρεσίες, οκτώ ΔΕΥΑ, έντεκα ΤΟΕΒ και έναν ΓΟΕΒ.
Συνολικά, 68 διαφορετικές δομές συγκεντρώνονται σε δύο εταιρείες.
Για τη Στερεά Ελλάδα προβλέπεται Γενική Διεύθυνση Ύδρευσης και Αποχέτευσης με έδρα τη Χαλκίδα και Γενική Διεύθυνση Άρδευσης με έδρα τη Λιβαδειά.
Η ύπαρξη, όμως, ενός γραφείου ή μιας διεύθυνσης στη Χαλκίδα δεν επιστρέφει στη Χαλκίδα την εξουσία λήψης αποφάσεων.
Η πινακίδα θα είναι τοπική. Το κέντρο ελέγχου όχι.
Η περιουσία δεν «χαρίζεται» – ο τοπικός έλεγχος, όμως, αφαιρείται
Το κατατεθειμένο κείμενο δεν προβλέπει απλή μεταβίβαση περιουσίας χωρίς τίμημα, όπως αρχικά καταγγέλθηκε. Προβλέπει αποτίμηση ενεργητικού και παθητικού, έλεγχο από τη ΡΑΑΕΥ και καταβολή ανταλλάγματος.
Οι Δήμοι έχουν τη δυνατότητα, με απόφαση των Δημοτικών Συμβουλίων τους μέσα σε ασφυκτική προθεσμία ενός μήνα, να διατηρήσουν την κυριότητα των παγίων τους. Ακόμη και τότε, όμως, η δραστηριότητα ύδρευσης, αποχέτευσης ή άρδευσης μεταφέρεται και οι νέοι πάροχοι αποκτούν δικαιώματα χρήσης, διαχείρισης, εκμετάλλευσης, συντήρησης και επισκευής των υποδομών.
Άρα, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο σε ποιον θα ανήκει στα χαρτιά μια δεξαμενή, ένα αντλιοστάσιο ή ένα δίκτυο. Είναι ποιος θα αποφασίζει για τις επενδύσεις, τις προτεραιότητες, τις βλάβες, τις επεκτάσεις και τελικά το κόστος της υπηρεσίας.
Μπορεί η κυριότητα να παραμείνει στον Δήμο, αλλά η ουσιαστική αρμοδιότητα φεύγει από αυτόν.
Η Κωπαΐδα στα χέρια μιας εταιρείας ύδρευσης
Η μεταφορά της άρδευσης της Κωπαΐδας στην ΕΥΔΑΠ δεν είναι μια απλή διοικητική αλλαγή. Πρόκειται για ένα σύνθετο σύστημα που συνδέεται με τις καλλιέργειες, τις αρδευτικές περιόδους, τα αποστραγγιστικά έργα, την αντιπλημμυρική προστασία, τη συντήρηση αντλιοστασίων και το κόστος παραγωγής χιλιάδων αγροτών.
Το Περιφερειακό Συμβούλιο Στερεάς Ελλάδας, υπό τον Φάνη Σπανό, δεν απέρριψε συνολικά τη μεταφορά. Μίλησε για «αναγκαία μεταρρύθμιση» και έθεσε επτά όρους και εγγυήσεις για τη λειτουργία του Κωπαϊδικού πεδίου, ζητώντας μεταξύ άλλων ειδική τιμολογιακή προστασία, συντονιστή άρδευσης και συμβουλευτική επιτροπή.
Αντίθετα, η Περιφερειακή Ένωση Δήμων Στερεάς Ελλάδας τάχθηκε κατά του νομοσχεδίου επί της αρχής, ζήτησε η επέκταση της ΕΥΔΑΠ να είναι προαιρετική και να προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη των Δημοτικών Συμβουλίων, ενώ κάλεσε την κυβέρνηση να αποσύρει το σχέδιο και να ξεκινήσει πραγματική διαβούλευση.
Η διαφορά είναι καθαρή: η Περιφερειακή Αρχή ζήτησε εγγυήσεις για τη μετάβαση· οι Δήμοι ζήτησαν να μην επιβληθεί η μετάβαση χωρίς τη συναίνεσή τους.
Άρθρο 36: όχι απλές απευθείας αναθέσεις, αλλά fast track κλειστών προσκλήσεων
Το άρθρο 36 δεν θεσπίζει απευθείας ανάθεση σε έναν εργολάβο χωρίς καμία διαδικασία. Προβλέπει, όμως, μια εξαιρετικά συμπιεσμένη και κλειστή διαδικασία για έργα σε περιοχές που κηρύσσονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λειψυδρίας.
Δεν απαιτείται η πλήρης ωριμότητα που προβλέπουν συγκεκριμένα άρθρα του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να κινηθεί με τεχνική περιγραφή, χρονοδιάγραμμα, προϋπολογισμό και ειδική συγγραφή υποχρεώσεων, ενώ οι μελέτες αναλαμβάνονται από τον ίδιο τον ανάδοχο.
Για την επιλογή εργολάβου προσκαλούνται τουλάχιστον τρεις επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν μόλις δέκα εργάσιμες ημέρες για να καταθέσουν προσφορά, με κριτήριο αποκλειστικά τη χαμηλότερη τιμή.
Αυτό δεν είναι κλασικός ανοιχτός διαγωνισμός. Είναι διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση, σχεδιασμένη για το κατεπείγον.
Και ακριβώς γι’ αυτό απαιτεί ακόμη αυστηρότερο έλεγχο:
Ποιος κηρύσσει το κατεπείγον; Με ποια τεκμηρίωση; Ποιοι τρεις καλούνται; Ποιος ελέγχει τις μελέτες του αναδόχου; Και πώς αποτρέπεται η μετατροπή ενός χρόνιου προβλήματος σε μόνιμη βιομηχανία εξαιρέσεων;
Οι λογαριασμοί παραμένουν το μεγάλο άγνωστο
Το νομοσχέδιο προβλέπει πενταετή επενδυτικά σχέδια, αποτιμήσεις και νέες οργανωτικές δομές. Δεν δίνει, όμως, σήμερα στον πολίτη μια καθαρή και δεσμευτική απάντηση για το τελικό κόστος ανά περιοχή και για το αν τα νέα έργα, οι αποτιμήσεις και οι ανάγκες των γηρασμένων δικτύων θα οδηγήσουν σε αυξήσεις.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι μεγαλύτεροι πάροχοι θα έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση και καλύτερη οργανωτική επάρκεια. Οι Δήμοι και οι τοπικοί φορείς απαντούν ότι χωρίς δεσμευτικές εγγυήσεις, το κόστος μπορεί να καταλήξει στους λογαριασμούς των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και των αγροτών.
Το νερό παραμένει υπό πλειοψηφικό δημόσιο έλεγχο. Αυτό, όμως, δεν αρκεί από μόνο του. Δημόσιος χαρακτήρας χωρίς τοπική λογοδοσία, χωρίς συναίνεση και χωρίς σαφή οικονομικά όρια μπορεί να καταλήξει σε έναν απρόσωπο συγκεντρωτισμό, όπου ο Δήμος θα ακούει τα παράπονα αλλά δεν θα έχει πλέον την εξουσία να δώσει λύση.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αμείλικτο:
Αν η μεταρρύθμιση είναι πράγματι τόσο αναγκαία και τόσο επωφελής, γιατί χρειάστηκε να περάσει από μια διαβούλευση λίγων εργάσιμων ημερών και γιατί δεν δόθηκε στις τοπικές κοινωνίες το αυτονόητο δικαίωμα να αποφασίσουν για το νερό, τις υποδομές και το μέλλον τους;

