Η ομιλία της Λούκας Κατσέλη για το βιβλίο του Μελέτη Μελετόπουλου δεν ήταν απλώς βιβλιοπαρουσίαση. Ήταν πολιτικό σχόλιο για το παρόν: για το κράτος που δεν σχεδιάζει, τα κόμματα που δεν παράγουν πολιτική και την Ελλάδα που ξέχασε την «ψυχολογία του εργοταξίου».
Υπάρχουν βιβλία που διαβάζονται ως ιστορικές βιογραφίες. Και υπάρχουν βιβλία που, ενώ μιλούν για το παρελθόν, φωτίζουν με σκληρό τρόπο το παρόν. Η πολιτική βιογραφία του Παναγή Παπαληγούρα από τον Μελέτη Μελετόπουλο, όπως την παρουσίασε η Λούκα Κατσέλη, ανήκει καθαρά στη δεύτερη κατηγορία.
Διότι το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος ήταν ο Παπαληγούρας. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι λείπει σήμερα από την ελληνική πολιτική ζωή. Και η απάντηση είναι άβολη: λείπει η πολιτική με σχέδιο, με αξιακό βάθος, με παραγωγική στόχευση, με εθνική στρατηγική και με συναίσθηση δημόσιου καθήκοντος.
Ο «αταξικός διανοούμενος» απέναντι στο πελατειακό κράτος
Η Λούκα Κατσέλη περιγράφει τον Παναγή Παπαληγούρα ως «αταξικό διανοούμενο και πολιτικό». Όχι γιατί δεν είχε κοινωνική καταγωγή. Προερχόταν από αστική οικογένεια. Αλλά γιατί, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν έθεσε την πολιτική του δράση στην υπηρεσία μιας τάξης, ενός δικτύου ή μιας ομάδας συμφερόντων.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Στην Ελλάδα της μεταπολεμικής περιόδου, με τις πληγές του Εμφυλίου ακόμη ανοιχτές, με ανισότητες, με κρατικό αυταρχισμό, με οικονομική ολιγαρχία, με πελατειακές εξαρτήσεις και με ένα βραδυκίνητο διοικητικό σύστημα, ο Παπαληγούρας εκπροσώπησε μια άλλη αντίληψη πολιτικής: όχι την πολιτική ως διαχείριση ρουσφετιών, αλλά την πολιτική ως εργαλείο εθνικής ανασυγκρότησης.
Και αυτό είναι που κάνει την αναφορά του σήμερα τόσο επίκαιρη.
Διότι η χώρα μπορεί να άλλαξε εποχή, να μπήκε στην Ευρώπη, να πέρασε κρίσεις, μνημόνια, ψηφιακές μεταβάσεις και γεωπολιτικές αναταράξεις, όμως το βασικό πρόβλημα παραμένει ανατριχιαστικά γνώριμο: κράτος χωρίς στρατηγική συνέχεια, κόμματα χωρίς παραγωγή πολιτικής, δημόσια διοίκηση χωρίς ταχύτητα, κοινωνία χωρίς εμπιστοσύνη.
Πολιτική δεν είναι φρασεολογία — είναι παραγωγή αποτελέσματος
Η πιο ισχυρή φράση που αναδεικνύεται από το κείμενο είναι η εξής: «Τα πράγματα δεν μεταβάλλονται δια φρασεολογιών αλλά δια μόχθου και προσπαθείας παραγωγής».
Αυτό, με σημερινούς όρους, είναι πολιτικό κατηγορητήριο.
Διότι η ελληνική πολιτική σκηνή έχει γεμίσει από φρασεολογία. Από επικοινωνιακά σχήματα. Από συνθήματα περί ανάπτυξης, μεταρρύθμισης, εκσυγχρονισμού και ανθεκτικότητας. Όμως η ουσία παραμένει αλλού: στην παραγωγική βάση, στην περιφερειακή ανάπτυξη, στη βιομηχανία, στην ενέργεια, στις επενδύσεις, στην κοινωνική συνοχή, στη δυνατότητα του κράτους να σχεδιάζει και να εκτελεί.
Ο Παπαληγούρας, όπως παρουσιάζεται, δεν αντιμετώπιζε την ανάπτυξη ως στατιστικό μέγεθος. Την αντιμετώπιζε ως εθνικό σχέδιο. Γι’ αυτό και η αναφορά στην κρατικοποίηση της παραγωγής και διανομής του ηλεκτρικού ρεύματος, στη ΔΕΗ, στο Διυλιστήριο Ασπροπύργου, στη λιγνιτική παραγωγή, στις δημόσιες επενδύσεις και στην ένταξη στην ΕΟΚ δεν είναι απλώς ιστορικές σημειώσεις. Είναι υπενθύμιση ότι κάποτε η πολιτική μετρούσε το έργο της με υποδομές, όχι με αναρτήσεις.
Η Ελλάδα της «ψυχολογίας του Πρυτανείου»
Η αντίθεση που χρησιμοποιεί ο Παπαληγούρας ανάμεσα στην «ψυχολογία του Πρυτανείου» και την «ψυχολογία του Εργοταξίου» είναι σχεδόν σκληρή διάγνωση της σημερινής κατάστασης.
Η «ψυχολογία του Πρυτανείου» είναι η Ελλάδα της άνεσης χωρίς παραγωγή. Της διανομής χωρίς αντίκρισμα. Της πολιτικής που υπόσχεται χωρίς να παράγει. Της εξουσίας που διαχειρίζεται κονδύλια, όχι στρατηγικές. Της διοίκησης που καταναλώνει χρόνο, αντί να δημιουργεί αποτέλεσμα.
Η «ψυχολογία του Εργοταξίου» είναι κάτι εντελώς διαφορετικό: σχέδιο, κόπος, πειθαρχία, στόχος, παραγωγή, έργο.
Αυτό είναι το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της ομιλίας Κατσέλη. Ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με παλαιοκομματικές συνήθειες σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια. Δεν μπορεί να απαντήσει στις γεωπολιτικές προκλήσεις, στο δημογραφικό, στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, στην αγροτοδιατροφική ασφάλεια και στη χρηματοπιστωτική ευθραυστότητα με κόμματα που δεν παράγουν πολιτική και κράτος που συχνά αρκείται στη διαχείριση.
Το μεγάλο κενό: η απουσία ιθύνουσας τάξης
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η αναφορά στην απουσία αποτελεσματικής «ιθύνουσας τάξης». Όχι με την έννοια μιας κλειστής ελίτ εξουσίας, αλλά με την έννοια μιας ηγετικής κοινωνικής και πολιτικής δύναμης που έχει κοινή αποστολή, αίσθηση καθήκοντος και ικανότητα να υπηρετήσει ένα εθνικό σχέδιο.
Σήμερα αυτό είναι ίσως το βαθύτερο πρόβλημα.
Υπάρχουν μηχανισμοί. Υπάρχουν επικοινωνιακά επιτελεία. Υπάρχουν τεχνοκράτες, σύμβουλοι, αναλύσεις, επιτροπές και προγράμματα. Αλλά συχνά λείπει το κεντρικό ερώτημα: ποια Ελλάδα θέλουμε να φτιάξουμε;
Μια Ελλάδα παραγωγική ή επιδοματική;
Μια Ελλάδα αυτοδύναμη ή εξαρτημένη;
Μια Ελλάδα με περιφερειακή ανάπτυξη ή με διαρκή συγκέντρωση ισχύος στο κέντρο;
Μια Ελλάδα θεσμικής εμπιστοσύνης ή μια Ελλάδα πελατειακής συναλλαγής;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που κάνει επίκαιρο το βιβλίο. Και γι’ αυτό η παρουσίασή του δεν είναι απλώς αναδρομή σε έναν πολιτικό της μεταπολεμικής Δεξιάς. Είναι καθρέφτης για το σημερινό πολιτικό σύστημα.
Το πραγματικό μέτρο της πολιτικής
Η ανάλυση της Κατσέλη θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι είναι τελικά «λαμπρό έργο» στην πολιτική;
Είναι η πρόσκαιρη αύξηση εισοδήματος; Είναι η δημοσιονομική σταθερότητα; Είναι η κοινωνική συνοχή; Είναι η παραγωγική αυτοδυναμία; Είναι η μείωση των ανισοτήτων; Είναι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Το πραγματικό πολιτικό έργο είναι εκείνο που αντέχει στον χρόνο. Εκείνο που δεν εξαντλείται σε μια προεκλογική περίοδο. Εκείνο που αφήνει θεσμούς, υποδομές, παραγωγική βάση, κοινωνική αντοχή και εθνική αυτοπεποίθηση.
Αυτό είναι το μέτρο με το οποίο πρέπει να κρίνονται οι πολιτικοί. Όχι από το πόσο καλά μιλούν. Όχι από το πόσο επιδέξια χειρίζονται την εικόνα τους. Όχι από το πόσο εύκολα υπόσχονται. Αλλά από το αν παράγουν έργο που μένει.
Ο Παναγής Παπαληγούρας, όπως αναδεικνύεται μέσα από το βιβλίο του Μελέτη Μελετόπουλου και την ομιλία της Λούκας Κατσέλη, δεν επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση ως νοσταλγία. Επιστρέφει ως μέτρο σύγκρισης.
Και αυτό είναι το πιο ενοχλητικό για το σημερινό πολιτικό σύστημα.
Διότι μπροστά σε μια πολιτική που κάποτε μιλούσε για εργοτάξια, παραγωγή, εθνική στρατηγική και δημόσιο συμφέρον, η σημερινή Ελλάδα μοιάζει συχνά εγκλωβισμένη σε μικροδιαχείριση, επικοινωνία, πελατειακές ισορροπίες και θεσμική κόπωση.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη φρασεολογία. Χρειάζεται ξανά πολιτική με «ψυχολογία εργοταξίου».
Δηλαδή πολιτική που δεν παριστάνει ότι κυβερνά.
Πολιτική που χτίζει.

