Η απαξίωση της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα έχει όνομα: καθυστέρηση.
Στην χώρα όπου ο πολίτης μπορεί να περιμένει οκτώ, δέκα, ακόμη και δεκαεννέα χρόνια για τελεσίδικη απόφαση από τα δικαστήρια, όποια συζήτηση περί κύρους της δικαιοσύνης έχει ήδη λήξει. Το κύρος της χάθηκε στην ουρά της γραμματείας ανάμεσα στο πινάκιο και στο απλανές βλέμμα του δικηγόρου που λέει στον πελάτη ότι η ζωή του θα περιμένει λίγο ακόμη. Χάθηκε στην τριετία που θέλει η ανακριτική δικαιοσύνη για να φωνάξει τους μάρτυρες. Στην παρά μια εβδομάδα οκταετία για την πραγματοποίηση της πρώτης δίκης.
Το κύρος χάθηκε στον εξευτελισμό όποιου παραμένει υπόδικος για 8 χρόνια, ενώ είναι αθώος!
Ας μη πέφτουμε πάλι από τα σύννεφα λοιπόν που η κοινωνία κοιτάζει την Ελληνική Δικαιοσύνη με θυμό. Πέραν αυτού, η βία είναι έγκλημα, τελεία. Όποιος σηκώνει όπλο απέναντι σε υπαλλήλους ή πολίτες, όπως ο ψυχοπαθής 89χρονος που έκανε τα έκτροπα με την καραμπίνα, ανήκει στον ποινικό κώδικα, όχι στην κοινωνική ανάλυση. Όταν πιάσεις όπλο είναι αδιάφορο αν είχες δίκιο ή άδικο. Τελεία. Παύλα.
Η καταδίκη της βίας, όμως, δεν ξεπλένει το σύστημα που επί πολλές δεκαετίες οδηγεί τον πολίτη στην απόγνωση. Που καλλιεργεί την αίσθηση ότι ο πολίτης έχει εγκαταλειφθεί.
Η αρνησιδικία στην Ελλάδα σπάνια εμφανίζεται βίαιη. Κανείς δεν λέει ευθέως “δεν θα βρεις το δίκιο σου”. Αυτό θα ήταν άκομψο. Απλά σου δίνουν μια νέα δικάσιμο. Μετά από ενάμιση χρόνο. Ενίοτε και πέντε χρόνια. Σου δίνουν χρόνο να γεράσεις, να ασπρίσεις. Στο τέλος, ίσως και να σου δώσουν και μια απόφαση, έτσι για να ‘χεις κάτι να κορνιζάρεις για να θυμάσαι ότι τελικά “κέρδισες”.
Αυτή η καθυστέρηση είναι ο μικρομεσαίος που δεν ξέρει αν θα εισπράξει ποτέ τα χρήματα που του χρωστάνε. Ο εργαζόμενος που περιμένει αποζημίωση ενώ τα χρέη μαζεύονται. Οι περιουσίες που μένουν μπλοκαρισμένες και οι ιδιοκτήτες τους ζούνε σαν να τους ανήκει κάτι μόνο στα χαρτιά. Μόνο το δίκαιο έχει την πολυτέλεια σε αυτή τη χώρα να έρχεται όποτε ευδοκήσει.
Πάμε τώρα για το χειρότερο: η ίδια η Δικαιοσύνη γίνεται εργαλείο στα χέρια του κράτους ενάντια στον πολίτη.
Το Δημόσιο έχει ατέλεια στη χρήση της Δικαιοσύνης. Μπορεί να προσφεύγει, να εφεσιβάλλει, να τραβά την υπόθεση παραπάνω, χωρίς να νιώθει το ίδιο κόστος που νιώθει ο απλός πολίτης όταν τον σέρνει. Ο πολίτης πληρώνει σε χρήμα και σε χρόνο. Το Δημόσιο όμως δεν λογαριάζει σε διάρκεια χρόνου ανθρώπινης ζωής.
Ορίστε και η ισότητα των αντιδίκων απέναντι στον νόμο, ελληνικής κοπής.
Ακόμη κι αν αποφασιστεί πρωτόδικα ότι το Δημόσιο έχει ξεκάθαρα άδικο, ο μηχανισμός ισοπέδωσης του πολίτη συνεχίζει. Επειδή μπορεί. Αυτή είναι και η ουσία του κρατικού Λεβιάθαν: δεν χρειάζεται να κερδίσει. Αρκεί να αντέξει χρονικά περισσότερο από όσο αντέχει ο απλός άνθρωπος. Και πάντα αντέχει, διότι ο Λεβιάθαν δεν έχει δόσεις και ηλικία. Και ακόμα και αν η τελική απόφαση βγει υπέρ του πολίτη, με νόμο της ελληνικής Βουλής, ο πολίτης δεν έχει δικαίωμα να κάνει αναγκαστική είσπραξη! Φέεεεεετα! Όποτε έχει διάθεση ο υπάλληλος να πληρώσει τον πολίτη, τότε θα πάρει τα χρήματα που του απέδωσε για το δίκιο του το δικαστήριο.
Εκεί σπάει στον Έλληνα το “κοινό περί δικαίου αίσθημα”. Το κράτος κάνει το λάθος, χάνει πρωτόδικα, μετά χρησιμοποιεί το ίδιο το σύστημα για να εξαντλήσει αυτόν που ήδη αδίκησε, χάνει και τελεσίδικα κάποια στιγμή, και ακόμα και μετά από αυτό αρνείται να πληρώσει τον πολίτη ώσπου να ευδοκήσει! Το κράτος επικαλείται το “Δημόσιο Συμφέρον”, ενώ στην πράξη συχνά προστατεύει την αδράνεια και το γόητρό του. Δημόσιο Συμφέρον, δηλαδή, να μη χάσει ποτέ το Δημόσιο το δικαίωμα να αδικεί τους πολίτες.
Μετά αρχίζει το γνωστό “νίπτω τας χείρας μου“. Η Δικαιοσύνη και ο νομοθέτης πετάνε ο ένας στον άλλον το μπαλάκι των ευθυνών. Η ηγεσία του υπουργείου μιλάει για κτίρια, προσλήψεις και κονδύλια, και το δικηγορικό οικοσύστημα ζει μέσα από διαδικασίες που τραβάνε αναίτια για χρόνια, δεκαετίες. Όλοι έχουν μια εξήγηση να προσφέρουν. Μόνο που ο πολίτης δίκιο ΔΕΝ βρίσκει.
Η Δικαιοσύνη έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης που οφείλει να το κοιτάξει χωρίς συντεχνιακές στρεβλώσεις. Η ανεξαρτησία της είναι αδιαπραγμάτευτη από το σύνταγμα της χώρας, μόνο που ανεξαρτησία χωρίς αποτελεσματικότητα είναι το καταφύγιο της αδράνειας.
Ένα σύστημα απονομής της δικαιοσύνης που έχει θεσπίσει χρόνους απονομής έξω από την ανθρώπινη κλίμακα της ζωής δεν δικαιούται να μιλάει για την αίσθηση του δικαίου της κοινωνίας, ειδικά εφόσον ζει μέσα στην ανευθυνότητα και ας το αποκαλεί “φόρτο εργασίας”.
Το νομοθετικό σώμα έχει μάθει να αλλάζει τις ίδιες ατελέσφορες διαδικασίες και να τις βαφτίζει λύσεις. Να μεταρρυθμίζει στα χαρτιά και να αφήνει την ουσία του προβλήματος ανέγγιχτη. Ο πολίτης περιμένει. Όλα καλά.
Ο πολίτης όμως δεν ενδιαφέρεται τί φταίει για ό,τι περνάει. Δεν έχει καμία υποχρέωση να μάθει αν φταίει η δικονομία ή οι πολιτικές ψευτομεταρρυθμίσεις. Όπως και με το ηλεκτρικό δίκτυο στα μέσα της δεκαετίας του 2010 που έπεφτε τακτικά, ο άνθρωπος που έμενε χωρίς ρεύμα δεν πήγαινε να κάνει διδακτορικό στην παραγωγή ρεύματος και στη συντήρηση δικτύων. Όταν άνοιγε τον διακόπτη ήθελε να έρχεται φως. Έτσι και όταν προσφεύγει στη Δικαιοσύνη θέλει να βρει το δίκιο του σε λογικό χρόνο. Φαίνεται όμως πως ζητάει πολλά.
Ας σταματήσουμε πια να συγκινούμαστε με την απαξίωση των θεσμών. Τους θεσμούς τους απαξιώνει πρώτα ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τους πολίτες. Ο πολίτης κρίνει από την καθημερινότητά του: στάθηκε το κράτος δίπλα του ή τον εξευτέλισε; Η δικαιοσύνη που φτάνει τόσο μετά την καταστροφή του έχει αργήσει πολύ, έχασε το νόημα της ύπαρξής της. Ξεχάστηκε στο χρόνο.
Τη Δικαιοσύνη την απαξιώνει ο βίαιος που νομίζει ότι ο θυμός του έγινε δικαίωμα πάνω στη ζωή των άλλων. Την απαξιώνει όμως και ένα σύστημα που από τη μια ζητά σεβασμό από τους ίδιους ανθρώπους τους οποίους έχει ξεπατώσει στην καθυστέρηση. Περισσότερο όμως την απαξιώνει το κράτος που κρύβεται πίσω από το Δημόσιο Συμφέρον και την χρησιμοποιεί ως εργαλείο του για να αδικεί τους πολίτες που υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Ναι, η Δικαιοσύνη χρειάζεται αποκατάσταση του κύρους της. Πριν απ’ όλα όμως χρειάζεται να επιστρέψει στον χρόνο της ανθρώπινης ζωής και να ξαναθυμηθεί ότι χωρίς πραγματική δικαιοσύνη για τον πολίτη, το κράτος γίνεται απλώς καταστολή και καταπίεση. Ολοκληρωτισμός με ωραίες δικαιολογίες. Αυτό εντείνει τον αντισυστημισμό του Έλληνα. Τροφοδοτεί την πολιτική τερατογένεση και τα πολιτικά υβρίδια.
Ποιος απαξιώνει λοιπόν τελικά τη Δικαιοσύνη;
Ο πολίτης που κουράστηκε να περιμένει ή το κράτος που έχει ατέλεια ακόμη και στο άδικό του;
CAPITAL

