Η υπόθεση των υποκλοπών δεν έκλεισε, ούτε «ξεθύμανε». Αντίθετα, επιστρέφει με το πιο επικίνδυνο ερώτημα για την κυβέρνηση Μητσοτάκη: ποιος υπέγραψε από ελληνικής πλευράς για το Predator; Γιατί αν, όπως προκύπτει από τις τελευταίες αποκαλύψεις, το λογισμικό αυτό δινόταν μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας, τότε το παραμύθι περί «ιδιωτών» καταρρέει με πάταγο.
Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι μόνο ότι υπήρξε Predator. Είναι ότι κάποιοι επιχείρησαν να το παρουσιάσουν σαν μια «παράπλευρη ιδιωτική ιστορία», την ώρα που όλα δείχνουν πως υπήρχε κρατική ή παρακρατική ομπρέλα. Και πλέον το ερώτημα δεν μπορεί να αποφευχθεί: ποιος είχε την πολιτική, υπηρεσιακή ή επιχειρησιακή ευθύνη; Ποιος έβαλε την υπογραφή;
Το αφήγημα των “ιδιωτών” καταρρέει
Η κυβέρνηση επένδυσε από την πρώτη στιγμή στη γραμμή ότι το Predator ήταν υπόθεση κάποιων «ιδιωτών», μιας σκοτεινής δραστηριότητας χωρίς επίσημη κρατική εμπλοκή.
Όμως όταν ο άνθρωπος που συνδέεται με τον πυρήνα της Intellexa εμφανίζεται να λέει ότι τέτοια τεχνολογία παρέχεται μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου, τότε αλλάζουν όλα.
Δεν μιλάμε πια για μια «παρεκτροπή επιχειρηματιών». Μιλάμε για πιθανή κρατική διασύνδεση, για σύστημα που δεν μπορούσε να στηθεί, να λειτουργήσει και να προστατευτεί χωρίς ισχυρές πλάτες.
Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου
Η πιο κρίσιμη ερώτηση είναι μία και απλή:
Ποιος υπέγραψε τη σύμβαση ή ποιος ενέκρινε την προμήθεια και χρήση του Predator στην Ελλάδα;
Ήταν υπουργός;
Ήταν κυβερνητικό στέλεχος;
Ήταν πρόσωπο του στενού πυρήνα του Μαξίμου;
Ήταν επικεφαλής υπηρεσίας;
Ή μήπως κάποιος τρίτος που λειτουργούσε ως ενδιάμεσος για λογαριασμό της εξουσίας;
Αυτό είναι το σημείο που καίει πραγματικά το σύστημα. Γιατί από τη στιγμή που θα προκύψει η αλυσίδα της υπογραφής, της έγκρισης και της πληρωμής, τότε η υπόθεση φεύγει από τη σφαίρα της «πολιτικής φθοράς» και περνά στο πεδίο της θεσμικής ενοχής.
Από σκάνδαλο υποκλοπών σε κρίση δημοκρατίας
Το Predator δεν είναι απλώς ένα τεχνικό εργαλείο παρακολούθησης. Είναι όπλο εξουσίας.
Και όταν ένα τέτοιο όπλο στρέφεται εναντίον δημοσιογράφων, πολιτικών προσώπων, επιχειρηματιών, κρατικών αξιωματούχων, ενδεχομένως συνδικαλιστών και κάθε ενοχλητικής φωνής, τότε η υπόθεση παύει να είναι μια «βρόμικη ιστορία κορυφής».
Γίνεται υπόθεση δημοκρατίας, ελευθερίας και κρατικής εκτροπής.
Γιατί σε μια δημοκρατία οι μυστικές υπηρεσίες δεν λειτουργούν ως ιδιωτικός στρατός του εκάστοτε πρωθυπουργικού περιβάλλοντος.
Και τα συστήματα παρακολούθησης δεν αγοράζονται για να υπηρετούν πολιτικά σχέδια, προσωπικές ισορροπίες και μηχανισμούς ελέγχου.
Όσο το όνομα του υπογράφοντος μένει κρυμμένο, τόσο το Predator θα βαραίνει το Μαξίμου σαν πολιτικό αποτύπωμα ενοχής.
Γιατί στο τέλος της ημέρας δεν θα μείνει η προπαγάνδα, ούτε τα non papers, ούτε οι διαψεύσεις.
Θα μείνει μόνο το ερώτημα που τρυπάει σαν καρφί το σύστημα εξουσίας:
ποιος υπέγραψε για να μπει το Predator στο ελληνικό κράτος;
Και όταν αυτό το όνομα βγει στο φως, τότε δεν θα μιλάμε για σκάνδαλο.
Θα μιλάμε για καθεστωτική γύμνια.
