Με τις ψήφους της ΝΔ πέρασε η Hellenic Heritage Organisation – Η πολιτιστική κληρονομιά παραμένει τυπικά δημόσια, αλλά η εμπορική της διαχείριση παραδίδεται σε μια «ευέλικτη» Ανώνυμη Εταιρεία
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε και στον Πολιτισμό αυτό που γνωρίζει καλύτερα: πήρε ένα δημόσιο αγαθό, του φόρεσε αγγλικό όνομα, το έκλεισε μέσα σε μια Ανώνυμη Εταιρεία και το παρουσίασε ως «μεταρρύθμιση».
Το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού ψηφίστηκε. Η «Hellenic Heritage Organisation S.A.» είναι πλέον γεγονός. Μια εταιρεία ιδιωτικού δικαίου αναλαμβάνει να λειτουργήσει ως επιχειρησιακός και εμπορικός βραχίονας γύρω από τα μνημεία, τα μουσεία, τα εισιτήρια, τα πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, τις εκδόσεις, τις ψηφιακές υπηρεσίες και την «αξιοποίηση» της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι δεν πωλείται κανένα μνημείο. Και, πράγματι, κανείς δεν υποστήριξε σοβαρά ότι αύριο θα εμφανιστεί συμβολαιογράφος για να μεταβιβάσει την Ακρόπολη σε κάποιο fund.
Η πραγματική συζήτηση είναι πολύ πιο σοβαρή.
Τα μνημεία παραμένουν στην κυριότητα του Δημοσίου, αλλά ολόκληρος ο εμπορικός κόσμος που χτίζεται γύρω τους περνά στη λογική της Ανώνυμης Εταιρείας. Το Δημόσιο κρατά τον τίτλο ιδιοκτησίας και η εταιρεία αναλαμβάνει το ταμείο, το προϊόν, την «εμπειρία», την προβολή και την αξιοποίηση.
Σπουδαία επινόηση: δεν πουλάς το μνημείο. Εμπορευματοποιείς οτιδήποτε το περιβάλλει.
Η αρχαιολογική κληρονομιά ως επιχειρηματικό προϊόν
Η Hellenic Heritage θα είναι κρατική εταιρεία, με το 90% των μετοχών να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και το υπόλοιπο 10% στον ΟΔΑΠ. Οι μετοχές προβλέπεται να είναι αμεταβίβαστες.
Αυτό είναι το κυβερνητικό άλλοθι: «Αφού δεν μπαίνει ιδιώτης μέτοχος, δεν υπάρχει ιδιωτικοποίηση».
Μόνο που η ιδιωτικοποίηση μιας λειτουργίας δεν απαιτεί πάντοτε πώληση μετοχών. Αρκεί να μεταφέρεις δημόσιες αρμοδιότητες σε έναν φορέα ιδιωτικού δικαίου, να του δώσεις εμπορική αποστολή, να του επιτρέψεις να λειτουργεί με εταιρικά κριτήρια και να ανοίξεις τον δρόμο για αναθέσεις, συνεργασίες και συμβάσεις με ιδιώτες.
Τυπικά δημόσια. Πρακτικά εταιρικά. Επικοινωνιακά «σύγχρονα».
Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, όμως, δεν είναι επιχειρηματικό σχέδιο. Δεν είναι τουριστικό πακέτο, εμπορικό σήμα ή προϊόν προς μεγιστοποίηση εσόδων. Είναι συνταγματική υποχρέωση του κράτους, επιστημονική ευθύνη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και δικαίωμα ολόκληρης της κοινωνίας.
Τα μνημεία δεν υπάρχουν μόνο για όσους μπορούν να πληρώσουν ακριβότερο εισιτήριο, ιδιωτική ξενάγηση, δείπνο «πολιτιστικής εμπειρίας» ή ένα ακόμη προϊόν από το πωλητήριο. Υπάρχουν για να συνδέουν τον λαό με την Ιστορία του.
Χρήματα υπάρχουν – προσωπικό δεν υπάρχει
Η κυβερνητική πολιτική αποκαλύπτεται από μια κραυγαλέα αντίφαση.
Τα έσοδα από εισιτήρια, πωλητήρια και λοιπές δραστηριότητες ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Κι όμως, οι αρχαιολογικοί χώροι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε μόνιμο προσωπικό, φύλακες, συντηρητές, αρχαιολόγους, τεχνικούς και εργαζομένους καθαριότητας.
Για προσλήψεις δεν υπάρχει «δημοσιονομικός χώρος».
Για νέα Ανώνυμη Εταιρεία βρέθηκαν άμεσα 2,7 εκατομμύρια ευρώ για την κάλυψη του κρατικού μεριδίου στο αρχικό κεφάλαιο, προβλέπεται τακτική χρηματοδότηση και διαμορφώνεται ακόμη ένας διοικητικός μηχανισμός με διορισμένη διοίκηση.
Το γνώριμο κυβερνητικό μοντέλο: πρώτα αφήνεις μια δημόσια υπηρεσία να ασφυκτιά από την υποστελέχωση. Έπειτα παρουσιάζεις την αδυναμία που ο ίδιος δημιούργησες ως απόδειξη ότι «το Δημόσιο δεν λειτουργεί». Και στο τέλος εμφανίζεις την εταιρική διαχείριση ως σωτηρία.
Ο εμπρηστής επιστρέφει ως πυροσβέστης και ζητά και χειροκρότημα.
Η κυβέρνηση ξέχασε το πάθημα του ΟΠΕΠ Α.Ε.
Οι εργαζόμενοι στο υπουργείο Πολιτισμού υπενθυμίζουν το προηγούμενο του Οργανισμού Προώθησης Ελληνικού Πολιτισμού. Και έχουν κάθε λόγο να το κάνουν.
Ο ΟΠΕΠ ιδρύθηκε επίσης ως Ανώνυμη Εταιρεία για να φέρει, υποτίθεται, «ευελιξία», αποτελεσματικότητα και έσοδα. Στην πορεία φορτώθηκε αρμοδιότητες, διαχειρίστηκε δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα και έκλεισε αφήνοντας πίσω του έλλειμμα εκατομμυρίων και βαριές καταγγελίες κακοδιαχείρισης.
Αντί αυτό το προηγούμενο να λειτουργήσει ως προειδοποίηση, η κυβέρνηση αποφάσισε να το ξανασερβίρει με νέο λογότυπο και αγγλική επωνυμία.
Στην Ελλάδα, άλλωστε, η αποτυχία δεν καταργεί το μοντέλο. Απλώς γεννά την επόμενη Ανώνυμη Εταιρεία.
Στο περιθώριο η Αρχαιολογική Υπηρεσία
Το σοβαρότερο ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά θεσμικό.
Όταν μια εταιρεία αποκτά λόγο στον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται, παρουσιάζεται και εμπορικά αξιοποιείται ένα μνημείο, τότε δεν διαχειρίζεται απλώς ένα εισιτήριο ή ένα αναψυκτήριο. Παρεμβαίνει στην εικόνα του μνημείου, στον δημόσιο λόγο γύρω από αυτό και τελικά στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται την Ιστορία της.
Ποια μνημεία θα προβάλλονται περισσότερο; Εκείνα με τη μεγαλύτερη ιστορική αξία ή εκείνα με τη μεγαλύτερη εμπορική απόδοση;
Ποιοι χώροι θα χρηματοδοτούνται; Εκείνοι που χρειάζονται επειγόντως προστασία ή εκείνοι που μπορούν να μετατραπούν ευκολότερα σε τουριστικό «προϊόν»;
Τι θα απογίνουν τα μικρότερα μουσεία, τα λιγότερο επισκέψιμα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι της περιφέρειας, από την Εύβοια και τη Στερεά Ελλάδα μέχρι τις πιο απομακρυσμένες περιοχές της χώρας, όταν η επιτυχία θα μετριέται με εισπράξεις, επισκεψιμότητα και εμπορικές επιδόσεις;
Η Ιστορία, όμως, δεν κατατάσσεται σε κερδοφόρα και ζημιογόνα τετραγωνικά μέτρα.
Η μνήμη ενός λαού δεν είναι εμπορικό σήμα
Η κυβέρνηση μπορεί να επαναλαμβάνει όσες φορές θέλει ότι δεν εκποιείται η κυριότητα των μνημείων. Δεν απαντά, όμως, στο ουσιαστικό ερώτημα: γιατί χρειαζόταν μια Ανώνυμη Εταιρεία για να κάνει όσα όφειλαν ήδη να κάνουν το υπουργείο Πολιτισμού και ο ΟΔΑΠ;
Γιατί δεν ενισχύθηκε η Αρχαιολογική Υπηρεσία;
Γιατί δεν προσλήφθηκε μόνιμο προσωπικό;
Γιατί δεν δημοσιοποιήθηκε ένας πλήρης απολογισμός των προηγούμενων «μεταρρυθμίσεων» στα μεγάλα μουσεία;
Γιατί κάθε δημόσιο αγαθό πρέπει να περνά από εταιρικό φίλτρο για να θεωρηθεί χρήσιμο;
Η απάντηση βρίσκεται μέσα στην ίδια τη γλώσσα του νομοθετήματος: ανάπτυξη, διαχείριση, αξιοποίηση, εμπορική οργάνωση. Λέξεις αποστειρωμένες, κατάλληλες για παρουσιάσεις συμβούλων και επιχειρηματικά πλάνα. Πίσω τους, όμως, κρύβεται μια τεράστια πολιτική μετατόπιση.
Ο Πολιτισμός παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως συλλογικό δικαίωμα και μετατρέπεται σε αγορά. Ο επισκέπτης γίνεται πελάτης. Το μνημείο γίνεται προϊόν. Η Ιστορία γίνεται «εμπειρία». Και η μνήμη ενός ολόκληρου λαού αποκτά εταιρική ταυτότητα.
Η Ακρόπολη δεν μπήκε στο χρηματιστήριο. Ακόμη.
Μπήκε, όμως, στο επιχειρηματικό σχέδιο.
Και όταν μια κυβέρνηση αρχίζει να μετρά την πολιτιστική κληρονομιά αποκλειστικά με ταμειακές μηχανές, το επόμενο βήμα δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία. Χρειάζεται μόνο έναν ακόμη νόμο, μια ακόμη «ευέλικτη» εταιρεία και ένα ακόμη αγγλικό όνομα.

