Κάθε φορά που ο πολίτης αγοράζει ψωμί, γάλα, καφέ, καύσιμα, ρούχα, υπηρεσίες ή οτιδήποτε άλλο, πληρώνει και έναν φόρο που πολλές φορές δεν τον σκέφτεται: τον ΦΠΑ.
Δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι χρήμα που βγαίνει από την τσέπη του πολίτη καθημερινά. Είναι χρήμα που πληρώνει ο εργαζόμενος, ο συνταξιούχος, ο άνεργος, ο μικροεπαγγελματίας, η οικογένεια που μετράει τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα.
Και εδώ αρχίζει το μεγάλο ερώτημα:
Πού πάνε τελικά αυτά τα χρήματα;
Θεωρητικά, ο ΦΠΑ πηγαίνει στο κράτος. Μπαίνει στα δημόσια έσοδα και από εκεί χρηματοδοτούνται η υγεία, η παιδεία, οι συντάξεις, οι μισθοί, τα έργα, οι δρόμοι, οι κοινωνικές παροχές, η ασφάλεια, η λειτουργία του κράτους.
Αυτό λέει η θεωρία.
Στην πράξη όμως, ο πολίτης βλέπει άλλα.
Βλέπει νοσοκομεία με ελλείψεις.
Βλέπει σχολεία με προβλήματα.
Βλέπει δρόμους παρατημένους.
Βλέπει δημόσιες υπηρεσίες που δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν.
Βλέπει δήμους να ζητούν συνεχώς περισσότερα, αλλά να προσφέρουν όλο και λιγότερα.
Βλέπει λογαριασμούς, φόρους, τέλη και χαράτσια να αυξάνονται, ενώ η καθημερινότητά του γίνεται πιο δύσκολη.
Και τότε το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σκληρό:
Αφού πληρώνουμε τόσα, γιατί δεν βλέπουμε ανάλογο αποτέλεσμα;
Ο ΦΠΑ δεν είναι χρήμα της επιχείρησης. Η επιχείρηση τον εισπράττει από τον πελάτη και οφείλει να τον αποδώσει στο Δημόσιο. Γι’ αυτό η απόδειξη δεν είναι τυπικότητα. Είναι απόδειξη ότι η συναλλαγή καταγράφηκε. Είναι το πρώτο βήμα για να μη χαθεί το δημόσιο χρήμα στη διαδρομή.
Όταν δεν κόβεται απόδειξη, ο πολίτης μπορεί να έχει πληρώσει ΦΠΑ, αλλά το κράτος να μην τον εισπράξει ποτέ. Δηλαδή ο πολίτης πληρώνει, αλλά το δημόσιο ταμείο δεν βλέπει τα χρήματα. Και στο τέλος, ποιος καλείται να καλύψει την τρύπα; Πάλι ο ίδιος πολίτης. Με νέους φόρους. Με νέες εισφορές. Με νέα μέτρα.
Αυτό είναι το μεγάλο κόλπο μιας στρεβλής οικονομίας:
οι συνεπείς πληρώνουν για όλους,
οι αδύναμοι ελέγχονται πρώτοι,
και οι μεγάλοι μηχανισμοί διαφυγής συχνά μένουν στο απυρόβλητο.
Γι’ αυτό πρέπει να ζητάμε αποδείξεις. Όχι επειδή μας το λέει κάποιος νόμος μόνο. Αλλά επειδή είναι ζήτημα δικαιοσύνης.
Η απόδειξη είναι όπλο του πολίτη.
Είναι διαφάνεια.
Είναι έλεγχος.
Είναι άρνηση συμμετοχής σε ένα σύστημα όπου κάποιοι θέλουν να εισπράττουν από την κοινωνία χωρίς να αποδίδουν αυτά που οφείλουν.
Όμως η ευθύνη δεν μπορεί να φορτώνεται μόνο στον πολίτη. Δεν γίνεται το κράτος να ζητάει αποδείξεις από τον απλό άνθρωπο, αλλά να μην εξηγεί πειστικά πού πηγαίνουν τα δισεκατομμύρια των φόρων. Δεν γίνεται να κυνηγάει τον μικρό και να χαϊδεύει τον μεγάλο. Δεν γίνεται να μιλά για φορολογική συνείδηση, όταν η κοινωνία νιώθει ότι πληρώνει συνεχώς χωρίς να παίρνει πίσω υπηρεσίες αντάξιες των θυσιών της.
Ο ΦΠΑ είναι ένας από τους πιο άδικους φόρους, γιατί τον πληρώνουν όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, στην καθημερινή κατανάλωση. Το ίδιο ποσοστό πληρώνει και αυτός που έχει πολλά και αυτός που μετράει τα ψιλά του. Γι’ αυτό χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαχείρισή του.
Ο πολίτης έχει δικαίωμα να ξέρει.
Να ξέρει πού πηγαίνει κάθε ευρώ.
Να ξέρει γιατί πληρώνει τόσο ακριβά.
Να ξέρει γιατί, ενώ τα έσοδα αυξάνονται, η ποιότητα ζωής δεν βελτιώνεται.
Να ξέρει γιατί η ακρίβεια γεμίζει τα κρατικά ταμεία, αλλά αδειάζει τα σπίτια.
Γιατί όταν οι τιμές ανεβαίνουν, ανεβαίνει και ο ΦΠΑ που εισπράττει το κράτος. Άρα η ακρίβεια δεν είναι μόνο πρόβλημα για τον πολίτη. Είναι και πηγή εσόδων για το Δημόσιο. Και αυτό κάνει ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη λογοδοσίας.
Δεν αρκεί λοιπόν να λέμε «ζητάτε αποδείξεις».
Πρέπει να λέμε και το άλλο:
Δώστε λογαριασμό.
Λογαριασμό για τους φόρους.
Λογαριασμό για τον ΦΠΑ.
Λογαριασμό για τα δημόσια έσοδα.
Λογαριασμό για τις δαπάνες.
Λογαριασμό για το γιατί ο πολίτης πληρώνει κράτος Ευρώπης και πολλές φορές ζει καθημερινότητα εγκατάλειψης.
Η κοινωνία δεν αντέχει άλλο να είναι το μόνιμο υποζύγιο. Δεν αντέχει να της ζητούν συνεχώς θυσίες, ενώ η ίδια βλέπει γύρω της σπατάλη, αδιαφάνεια, ανικανότητα και προκλητική ατιμωρησία.
Ο ΦΠΑ είναι χρήμα του λαού.
Και το χρήμα του λαού πρέπει να επιστρέφει στον λαό.
Όχι σε τρύπες, όχι σε πελατειακά δίκτυα, όχι σε κακοδιαχείριση, όχι σε μηχανισμούς που ζουν πάνω στην πλάτη της κοινωνίας.
Γι’ αυτό, ναι:
ζητάμε αποδείξεις.
Αλλά ζητάμε και κάτι ακόμη πιο μεγάλο:
Να σταματήσει η κοροϊδία.
Να υπάρξει πραγματικός έλεγχος.
Να ξέρει ο πολίτης πού πηγαίνει κάθε ευρώ που πληρώνει.
Γιατί ο φόρος χωρίς ανταποδοτικότητα γίνεται αγανάκτηση.
Και η αγανάκτηση, όταν συσσωρεύεται, γίνεται πολιτική κρίση.

