Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας αποκτά πλέον δύο όψεις: από τη μία οι μεγάλες εισηγμένες, οι τράπεζες και οι ισχυροί όμιλοι καταγράφουν ιστορικά κέρδη· από την άλλη οι μικρομεσαίοι και τα νοικοκυριά παλεύουν με ακρίβεια, χρέη και έλλειψη ρευστότητας.
Η κερδοφορία των εισηγμένων επιχειρήσεων στο Χρηματιστήριο Αθηνών αυξήθηκε ξανά το 2025, επιβεβαιώνοντας ότι ένα κομμάτι της οικονομίας όχι απλώς αντέχει, αλλά θησαυρίζει. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν, η καθαρή κερδοφορία των εισηγμένων μετά τα δικαιώματα μειοψηφίας έφθασε στα 11,81 δισ. ευρώ, ενώ άλλες αναλύσεις, με διαφορετική μεθοδολογική αποτύπωση, ανεβάζουν τα καθαρά κέρδη στα 12,1 δισ. ευρώ. Τα μερίσματα έφθασαν περίπου τα 6,1 δισ. ευρώ, ενώ ο τραπεζικός κλάδος μόνος του κατέγραψε κέρδη περίπου 5,5 δισ. ευρώ.
Αυτό, όμως, δεν είναι η εικόνα ολόκληρης της οικονομίας. Είναι η εικόνα της κορυφής. Της υψηλής κεφαλαιοποίησης. Των μεγάλων ομίλων. Των τραπεζών. Των επιχειρήσεων που έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια, αγορές, κρατικά εργαλεία, ρυθμιστική επιρροή και τιμολογιακή δύναμη.
Οι μεγάλοι απογειώνονται, οι μεσαίοι μένουν σχεδόν στάσιμοι
Η αντίθεση γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν κοιτάξει κανείς τις εταιρείες μεσαίας κεφαλαιοποίησης. Οι 20 εταιρείες του FTSE Mid Cap κατέγραψαν καθαρά κέρδη 718,3 εκατ. ευρώ, αυξημένα μόλις κατά 0,9% σε σχέση με το 2024. Ακόμη και σε επίπεδο EBITDA, η αύξηση ήταν σχεδόν μηδενική, μόλις 0,2%.
Δηλαδή, ενώ η βιτρίνα του Χρηματιστηρίου λάμπει, το βάθος της αγοράς δείχνει στασιμότητα. Και όσο κατεβαίνει κανείς από τις μεγάλες εισηγμένες προς τις μεσαίες, τις μικρές και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, τόσο η εικόνα αλλάζει: λιγότερα περιθώρια, ακριβότερη χρηματοδότηση, αυξημένο κόστος, φόροι, ασφαλιστικές υποχρεώσεις, ενέργεια, ενοίκια, προμηθευτές.
Αυτή δεν είναι ανάπτυξη για όλους. Είναι συγκέντρωση ισχύος
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την «ανάπτυξη». Αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι: ανάπτυξη για ποιον;
Για τις τράπεζες που κατέγραψαν δισεκατομμύρια κέρδη;
Για τους μεγάλους ομίλους που μοιράζουν ιστορικά μερίσματα;
Για τα ολιγοπώλια που μπορούν να περνούν το κόστος στον καταναλωτή;
Ή για τον μικρομεσαίο που πληρώνει ΦΠΑ πριν εισπράξει, δανείζεται ακριβά ή δεν δανείζεται καθόλου, και βλέπει τον τζίρο του να τρώγεται από την ακρίβεια;
Τα στοιχεία για τις μικρές επιχειρήσεις είναι αποκαλυπτικά. Έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το πρώτο εξάμηνο του 2025 κατέγραψε ότι το 50% των επιχειρήσεων ανέφερε μείωση κύκλου εργασιών, ενώ το 56,7% δήλωσε μείωση ρευστότητας. Παράλληλα, η επενδυτική δραστηριότητα παρέμεινε χαμηλή, με πολλές επιχειρήσεις να επενδύουν ελάχιστα και κυρίως από ίδια κεφάλαια.
Αυτή είναι η πραγματική οικονομία. Όχι τα δελτία θριάμβου. Όχι τα χρηματιστηριακά ρεκόρ. Όχι οι πανηγυρικές ανακοινώσεις.
Οι πολίτες πληρώνουν, οι ισχυροί εισπράττουν
Το ίδιο μοτίβο φαίνεται και στα νοικοκυριά. Η ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης του 2025 περιγράφει συνεχιζόμενη και εντεινόμενη πίεση, με τις οικονομικές δυσκολίες να επεκτείνονται και στα μεσαία στρώματα λόγω της σωρευτικής επίδρασης των πληθωριστικών πιέσεων.
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: η οικονομία δεν μοιράζει ευημερία. Συγκεντρώνει κέρδη. Οι πολίτες πληρώνουν ακριβότερα τρόφιμα, ενέργεια, καύσιμα, υπηρεσίες, δάνεια και φόρους. Οι μικρομεσαίοι παλεύουν να κρατήσουν ανοιχτές τις επιχειρήσεις τους. Και την ίδια ώρα, οι μεγάλοι όμιλοι παρουσιάζουν ρεκόρ κερδών και μερισμάτων.
Δεν πρόκειται για «θαύμα». Πρόκειται για ένα μοντέλο που παράγει νικητές και ηττημένους. Και οι νικητές είναι πάντα οι ίδιοι.
Η Ελλάδα των αριθμών ευημερεί.
Η Ελλάδα των ανθρώπων στενάζει.
Όταν οι εισηγμένες γράφουν δισεκατομμύρια, οι τράπεζες μοιράζουν κέρδη, τα μερίσματα σπάνε ρεκόρ και την ίδια ώρα οι μικρομεσαίοι μετρούν μέρα με τη μέρα τη ρευστότητά τους, τότε δεν μιλάμε για δίκαιη ανάπτυξη.
Μιλάμε για μια οικονομία όπου οι λίγοι ανεβαίνουν με ασανσέρ και οι πολλοί ανεβαίνουν από τις σκάλες — φορτωμένοι με χρέη, φόρους και ακρίβεια.
Και αυτό δεν είναι επιτυχία.
Είναι κοινωνική ανισορροπία με χρηματιστηριακό περιτύλιγμα.

