Η Αθήνα κατέγραψε τον Απρίλιο τη μεγαλύτερη αύξηση στην τιμή ηλεκτρικού ρεύματος στην Ευρώπη, με +7%, ενώ η Μαδρίτη είδε μείωση 14%. Το ερώτημα είναι πλέον ωμό: φταίει η Ευρώπη ή οι ελληνικές κυβερνήσεις που παρέδωσαν την ενέργεια σε ένα μοντέλο αγοράς που μεταφέρει κάθε σοκ απευθείας στον καταναλωτή;
Η είδηση δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι βαθιά πολιτική.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του HEPI για τον Απρίλιο 2026, η Αθήνα κατέγραψε τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση στη λιανική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, στο +7%, ενώ η Μαδρίτη είχε πτώση 14%. Η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι καθρέφτης δύο διαφορετικών πολιτικών επιλογών: από τη μία, μια αγορά που μετακυλίει σχεδόν αυτόματα το κόστος στους πολίτες· από την άλλη, ένα κράτος που παρεμβαίνει με φορολογικά και ρυθμιστικά εργαλεία για να περιορίσει το σοκ.
Δεν είναι «φυσικό φαινόμενο» η ακρίβεια
Η κυβέρνηση επιχειρεί κάθε φορά να εμφανίσει την ενεργειακή ακρίβεια ως περίπου αναπόφευκτη: φταίνε οι διεθνείς αγορές, φταίει το φυσικό αέριο, φταίει η Μέση Ανατολή, φταίει η Ευρώπη, φταίνε όλα — εκτός από την ίδια.
Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή.
Η ίδια διεθνής κρίση δεν παράγει παντού το ίδιο αποτέλεσμα. Στην Ελλάδα, η αύξηση περνά σχεδόν αυτούσια στον λογαριασμό. Στην Ισπανία, η επίπτωση περιορίζεται ή και αντιστρέφεται, χάρη σε διαφορετικό ενεργειακό μείγμα, μεγαλύτερη συμμετοχή ΑΠΕ και κυβερνητικές παρεμβάσεις σε φόρους και ρυθμιζόμενες χρεώσεις. Η Μαδρίτη δεν περίμενε την «αγορά» να δείξει κοινωνική ευαισθησία. Έβαλε φίλτρα. Η Αθήνα άφησε τον πολίτη εκτεθειμένο.
Το χρηματιστήριο ενέργειας και η ελληνική παγίδα
Το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας δεν έπεσε από τον ουρανό. Ιδρύθηκε το 2018, ενώ η ελληνική spot αγορά στο μοντέλο του Target Model ξεκίνησε την 1η Νοεμβρίου 2020. Δηλαδή πρόκειται για μια αρχιτεκτονική που φέρει διακομματικές υπογραφές: θεσμοθετήθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ, λειτούργησε πλήρως επί Νέας Δημοκρατίας και έκτοτε κανείς από τους δύο μεγάλους διαχειριστές της εξουσίας δεν θέλησε πραγματικά να τη συγκρουστεί με τις στρεβλώσεις της.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει αγορά. Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα η αγορά λειτουργεί σαν μηχανισμός μεταφοράς ρίσκου προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Όταν ανεβαίνει το φυσικό αέριο, ανεβαίνει η χονδρική. Όταν ανεβαίνει η χονδρική, ανεβαίνει η λιανική. Όταν ανεβαίνει η λιανική, ο πολίτης πληρώνει. Και όταν ο πολίτης πληρώνει, η κυβέρνηση του λέει να κάνει υπομονή.
Αυτό δεν είναι ενεργειακή πολιτική. Είναι παραίτηση.
Ποιος τελικά προστατεύεται;
Η Ελλάδα διαθέτει ήλιο, άνεμο, θάλασσα, γεωγραφική θέση, διασυνδέσεις, δυνατότητες αποθήκευσης και τεράστιες προοπτικές ενεργειακής αυτάρκειας. Κι όμως, ο τελικός καταναλωτής εξακολουθεί να ζει με τον φόβο του επόμενου λογαριασμού.
Η χώρα είναι πλούσια σε δυνατότητες, αλλά φτωχαίνει στην πράξη. Και αυτό δεν είναι ατύχημα. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών: αδύναμη ρύθμιση, ανεπαρκής εποπτεία, καθυστερήσεις στις υποδομές, στρεβλή λειτουργία της αγοράς, υψηλή εξάρτηση από το φυσικό αέριο και αδυναμία ουσιαστικής διαπραγμάτευσης υπέρ των καταναλωτών.
Την ίδια ώρα, τα νοικοκυριά κόβουν από παντού. Οι μικρές επιχειρήσεις βλέπουν το ενεργειακό κόστος να τρώει το περιθώριο επιβίωσης. Η ακρίβεια περνά από τον λογαριασμό ρεύματος στο ράφι, από το ράφι στο πορτοφόλι, από το πορτοφόλι στην κοινωνική απόγνωση.
Και μετά αναρωτιούνται γιατί ο πληθωρισμός επιμένει.
Η Ευρώπη δεν είναι άλλοθι
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βάζει πλαίσιο. Αλλά τα κράτη αποφασίζουν πώς θα προστατεύσουν τους πολίτες τους μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Η Ισπανία έδειξε ότι υπάρχουν εργαλεία: μείωση ΦΠΑ στην ενέργεια, παρεμβάσεις στα καύσιμα, ενισχύσεις σε ευάλωτους κλάδους και πολιτική βούληση να μη μείνει η κοινωνία γυμνή απέναντι στο σοκ των τιμών.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν «φταίει η Ευρώπη». Το ερώτημα είναι αν η ελληνική κυβέρνηση θέλει, μπορεί και τολμά να διαπραγματευτεί υπέρ των Ελλήνων.
Μέχρι σήμερα, η απάντηση δίνεται στους λογαριασμούς.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες δικαιολογίες. Χρειάζεται πολιτική ευθύνη.
Δεν γίνεται μια χώρα που βρίσκεται μαζί με τη Βουλγαρία στο χαμηλότερο επίπεδο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης στην ΕΕ για το 2025, στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, να αντιμετωπίζει το ρεύμα σαν χρηματιστηριακό παίγνιο και όχι σαν κοινωνικό αγαθό.
Ο λογαριασμός του ρεύματος δεν είναι απλώς χαρτί πληρωμής. Είναι πολιτική απόδειξη.
Δείχνει ποιος πληρώνει την κρίση.
Δείχνει ποιος προστατεύεται.
Δείχνει ποιος μένει μόνος.
Και στην Ελλάδα, για ακόμη μία φορά, μόνος μένει ο πολίτης.

