Η ανοιχτή επιστολή του Khalaf Ahmad Al Habtoor προς τον Donald Trump δεν είναι μια ακόμη ανάρτηση οργής. Είναι μια δημόσια, σκληρή και πολιτικά φορτισμένη παρέμβαση από έναν από τους πιο ισχυρούς και δικτυωμένους επιχειρηματικούς παράγοντες των ΗΑΕ, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Αμερικανό πρόεδρο ότι μετατρέπει τον Κόλπο και τη Μέση Ανατολή σε πεδίο μάχης χωρίς τη συναίνεση των χωρών της περιοχής.
Το ουσιαστικό μήνυμα δεν βρίσκεται μόνο στις αιχμηρές διατυπώσεις περί πολέμου και παράπλευρων απωλειών. Βρίσκεται στο ότι μια φωνή από τον ίδιο τον πυρήνα του εμιρατινού κατεστημένου αμφισβητεί δημόσια το αμερικανικό στρατηγικό αφήγημα. Όχι ως αντισυστημικός παρατηρητής, αλλά ως πρόσωπο με οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό βάρος στον αραβικό κόσμο.
Τι είπε ο Al Habtoor
Στην επιστολή του προς τον Trump, ο Al Habtoor θέτει ευθέως το ερώτημα: «ποιος σου έδωσε την εξουσία να σύρεις την περιοχή μας σε πόλεμο με το Ιράν;». Αναρωτιέται αν η απόφαση ήταν πράγματι αμερικανική επιλογή ή αποτέλεσμα πίεσης από τον Netanyahu. Παράλληλα, μιλά για τον κίνδυνο που επιβλήθηκε στις χώρες του GCC, για το γεγονός ότι οι λαοί του Κόλπου βρίσκονται να πληρώνουν το κόστος μιας σύγκρουσης που δεν επέλεξαν και για την αντίφαση ανάμεσα στις υποσχέσεις περί ειρήνης και στην πραγματική στρατιωτική κλιμάκωση.
Γιατί έχει σημασία ποιος μιλά
Ο Khalaf Ahmad Al Habtoor δεν είναι ένας τυχαίος επιχειρηματίας που αναζητά δημοσιότητα. Είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και επιδραστικούς οικονομικούς παράγοντες των ΗΑΕ, με διαχρονική παρουσία στον δημόσιο λόγο και με ειδικό βάρος στις ελίτ του Κόλπου. Όταν ένα τέτοιο πρόσωπο βγαίνει δημόσια και αμφισβητεί την αμερικανική γραμμή, το μήνυμα δεν περνά ως προσωπική έκρηξη. Καταγράφεται ως ένδειξη ευρύτερης ανησυχίας στο ίδιο το φιλοδυτικό αραβικό στρατόπεδο.
Τι αποκαλύπτει πολιτικά η επιστολή
Η ουσία δεν είναι αν η επιστολή αποτελεί επίσημη θέση των ΗΑΕ. Η ουσία είναι ότι εκφράζει ανοιχτά αυτό που πολλοί στον Κόλπο προφανώς σκέφτονται αλλά δεν διατυπώνουν δημόσια με τόσο καθαρό τρόπο: ότι η περιοχή δεν θέλει να μετατραπεί σε θέατρο σύγκρουσης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον, το Τελ Αβίβ και την Τεχεράνη. Και ότι η υποτιθέμενη ασφάλεια που προσφέρει η αμερικανική ισχύς αρχίζει να μοιάζει, όλο και περισσότερο, με παράγοντα αποσταθεροποίησης.
Πρώτα ήρθε η ρητορική της ειρήνης: ο Trump επένδυσε πολιτικά στο αφήγημα ότι θα απέφευγε νέους πολέμους και θα μείωνε τις αμερικανικές εμπλοκές.
Μετά ήρθε η στρατιωτική πραγματικότητα: η κλιμάκωση απέναντι στο Ιράν και οι αμερικανικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή επανέφεραν το σενάριο μιας μεγάλης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή.
Έπειτα ήρθε η αραβική δυσφορία: οι χώρες του Κόλπου βρέθηκαν ξανά μπροστά στον κίνδυνο να γίνουν στόχος, πέρασμα, βάση ή παράπλευρη απώλεια σε έναν πόλεμο που δεν αποφάσισαν.
Τώρα έρχεται η δημόσια αμφισβήτηση: η επιστολή Al Habtoor λειτουργεί ως προειδοποίηση ότι ακόμη και εντός των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ, η ανοχή στις μονομερείς στρατιωτικές επιλογές έχει όρια.
Ο Al Habtoor δεν είπε απλώς «διαφωνώ». Είπε κάτι πολύ πιο βαρύ: ότι οι αραβικοί σύμμαχοι της Αμερικής δεν αποδέχονται πλέον σιωπηλά να γίνονται ασπίδα, στόχος και λογαριασμός ενός πολέμου που άλλοι αποφασίζουν. Και όταν αυτό ακούγεται δημόσια από το ίδιο το κατεστημένο των ΗΑΕ, τότε το πρόβλημα για τον Trump δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι στρατηγικό.

