Η υπόθεση της μετακίνησης της προέδρου του Σωματείου Εργαζομένων του Σισμανογλείου στο Παίδων Πεντέλης προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για τη διοίκηση, τη συνδικαλιστική ελευθερία και την προστασία όσων τολμούν να μιλήσουν.
Στο Σισμανόγλειο, όπως καταγγέλλουν εργαζόμενοι και συνδικαλιστικοί φορείς, η έννοια της δικαιοσύνης φαίνεται να έχει γυρίσει ανάποδα.
Αντί η διοίκηση να δώσει άμεσες και καθαρές απαντήσεις για τις καταγγελίες που αφορούν τη λειτουργία του φαρμακείου του νοσοκομείου και τη συμπεριφορά της διεύθυνσής του, επέλεξε έναν δρόμο που προκαλεί οργή: τη μετακίνηση της προέδρου του Σωματείου Εργαζομένων στο Νοσοκομείο Παίδων Πεντέλης.
Δηλαδή, αντί να προστατευθούν οι εργαζόμενοι που κατήγγειλαν κακοποιητικές συμπεριφορές, απομακρύνθηκε η φωνή που στάθηκε μπροστά.
Η νεοεκλεγείσα πρόεδρος του Σωματείου, με πολυετή παρουσία στο Σισμανόγλειο και ισχυρή στήριξη από τους συναδέλφους της, βρέθηκε εκτός του νοσοκομείου στο οποίο υπηρετούσε επί δεκαετίες. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι βαρύ: όποιος μιλά, όποιος ενοχλεί, όποιος δεν σκύβει το κεφάλι, μετακινείται.
Και εδώ αρχίζουν τα μεγάλα ερωτήματα.
Γιατί μετακινήθηκε η πρόεδρος του Σωματείου και όχι το πρόσωπο γύρω από το οποίο υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες;
Γιατί η διοίκηση δεν επέλεξε, έστω προσωρινά, μια λύση που θα διασφάλιζε την ηρεμία στον χώρο εργασίας και την απρόσκοπτη διερεύνηση της υπόθεσης;
Γιατί η εργαζόμενη που εκπροσωπεί το Σωματείο αντιμετωπίστηκε ως πρόβλημα, ενώ οι καταγγελίες που έχουν αναστατώσει το νοσοκομείο δεν φαίνεται να οδήγησαν σε αντίστοιχη διοικητική εγρήγορση;
Η ΠΟΕΔΗΝ, η ΟΕΝΓΕ και η ΑΔΕΔΥ έχουν ήδη καταγγείλει τη μετακίνηση ως συνδικαλιστική δίωξη και ζητούν την ανάκλησή της. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια απλή υπηρεσιακή μεταβολή. Πρόκειται για υπόθεση που πλέον έχει πάρει θεσμικές και πολιτικές διαστάσεις.
Το Σισμανόγλειο δεν μπορεί να λειτουργεί με φόβο. Δεν μπορεί οι εργαζόμενοι να αισθάνονται ότι, αν μιλήσουν, θα τιμωρηθούν. Δεν μπορεί ένα δημόσιο νοσοκομείο να μετατρέπεται σε χώρο όπου η συνδικαλιστική δράση αντιμετωπίζεται ως απειλή.
Αν η διοίκηση θεωρεί ότι όλα έγιναν ορθά, οφείλει να το εξηγήσει δημόσια και καθαρά. Με στοιχεία. Με αποφάσεις. Με αιτιολογία. Όχι με σιωπή.
Γιατί η σιωπή, σε τέτοιες υποθέσεις, δεν είναι ουδετερότητα. Είναι κάλυψη της αμφιβολίας. Και η αμφιβολία, όταν αφορά εργαζόμενους που καταγγέλλουν φόβο, πίεση και κακομεταχείριση, βαραίνει πάντα τη διοίκηση.
Το Σισμανόγλειο σήμερα δεν χρειάζεται «μετακινήσεις» φωνών. Χρειάζεται προστασία εργαζομένων, πλήρη διερεύνηση των καταγγελιών και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Γιατί το δίκαιο, όσο κι αν επιχειρήσουν κάποιοι να το μετακινήσουν, βρίσκει πάντα τον δρόμο να επιστρέψει.
Και τότε, οι ευθύνες δεν θα μπορούν να κρυφτούν πίσω από καμία διοικητική απόφαση.

