Στην Κρήτη λένε πως ο νόμος είναι ο νόμος, αλλά πάνω απ’ όλα υπάρχουν οι άγραφοι κανόνες. Και από αυτούς, ο πιο ανελαστικός είναι η κουμπαριά. Δεν είναι απλώς μια τυπική κοινωνική σχέση. Είναι δεσμός που, για τους ανθρώπους του τόπου, έχει βάρος σχεδόν ισάξιο με συγγένεια: σε δένει, σε υποχρεώνει, σε φρενάρει. Δεν «ξεγράφεται». Δεν «τελειώνει». Και, το κυριότερο, σε πολλές παρέες και οικογένειες θεωρείται πως δεν αφορά μόνο τους δύο που την έκαναν, αλλά απλώνεται — σαν σκιά και σαν προστασία — και στους γύρω τους.
Αυτή ακριβώς η λογική είναι που ρίχνει βαριά σκιά στην πολιτική συζήτηση των ημερών γύρω από την εξεταστική και όσα αναδύονται για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Διότι, όταν στο κάδρο μπαίνει η κουμπαριά, αλλάζουν οι κανόνες της ανάγνωσης: εκεί που άλλοι βλέπουν μια θεσμική διαδικασία, ο Κρητικός βλέπει έναν όρκο. Εκεί που η Βουλή ψάχνει απαντήσεις, η τοπική ηθική επιβάλλει σιωπή. Και εκεί που ο νόμος ζητά καθαρές κουβέντες, ο άγραφος νόμος θυμίζει πως «δεν καρφώνεις κουμπάρο».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ένταση γύρω από το ερώτημα αν υπάρχει κουμπαριά με την οικογένεια του πρωθυπουργού δεν είναι λεπτομέρεια κουτσομπολιού. Είναι πολιτικό ζήτημα, γιατί λειτουργεί ως εξήγηση για συμπεριφορές, για παύσεις, για υπεκφυγές. Εξηγεί γιατί ένας μάρτυρας μπορεί να επιλέγει να «καεί» ο ίδιος επικοινωνιακά, να εκτεθεί κοινοβουλευτικά, να σηκώσει πάνω του την καχυποψία, αντί να ξεκλειδώσει μια αλυσίδα που μπορεί να φτάσει ψηλότερα. Στην κρητική εκδοχή της πραγματικότητας, αυτό δεν είναι απλώς αυτοπροστασία. Είναι προστασία των «δικών σου».
Η εξεταστική επιτροπή, από τη φύση της, ζητά κατάθεση, ακρίβεια, ευθύτητα. Όταν όμως ένας μάρτυρας επικαλείται διαρκώς το δικαίωμα της σιωπής — ακόμη και σε ερωτήσεις που δεν μοιάζουν να αγγίζουν την ουσία, ακόμη και σε ερωτήσεις που θα μπορούσαν να απαντηθούν με ένα «ναι» ή ένα «όχι» — δημιουργείται μια νέα εικόνα: όχι του ανθρώπου που φοβάται απλώς τη νομική παγίδα, αλλά του ανθρώπου που προσπαθεί να μην ανοίξει ρωγμή σε έναν κοινωνικό δεσμό.
Κοινοβουλευτικά, αυτό μοιάζει προσβλητικό: η επιτροπή δεν καλεί μάρτυρες για να ακούει «σιωπώ» επί ώρες. Νομικά, είναι διφορούμενο: η σιωπή είναι δικαίωμα, αλλά η επίμονη χρήση της πάνω σε συγκεκριμένο άξονα ερωτήσεων δημιουργεί την εντύπωση πως το θέμα έχει ποινική προέκταση, σαν να μετατρέπεται μια κοινωνική σχέση σε στοιχείο που φοβάσαι να την ακουμπήσεις. Και πολιτικά, είναι καταστροφικό: γιατί αφήνει χώρο να χτιστεί ένα αφήγημα όχι μόνο συγκάλυψης, αλλά και «ομερτάς».
Στην πραγματικότητα, η κοινωνική «ομερτά» δεν χρειάζεται να είναι οργανωμένη για να είναι αποτελεσματική. Δεν απαιτεί εντολές. Αρκεί να υπάρχει κοινή αντίληψη κινδύνου: ότι αν μιλήσεις, δεν θα κάψεις μόνο εσένα. Θα κάψεις ανθρώπους, ισορροπίες, δεσμούς, πιθανόν και διαδρομές που δεν θέλουν φως. Και, στο τέλος, θα μείνεις μόνος, στιγματισμένος ως ο «προδότης». Σε μια κλειστή κοινωνία, αυτό είναι ποινή βαρύτερη από πρόστιμο ή πολιτική απομόνωση.
Γι’ αυτό και η υπόθεση αποκτά μια παράδοξη δυναμική. Η εξεταστική, αντί να λειτουργεί ως μηχανισμός κάθαρσης, γίνεται σκηνή. Και πάνω στη σκηνή δεν κρίνεται μόνο η ουσία μιας δικογραφίας ή τα τεχνικά της επιδοτήσεων. Κρίνεται το ήθος ενός πολιτικού οικοσυστήματος: ποιοι εμφανίζονται ως «στελέχη», ποιοι δηλώνουν «μέλη», ποιοι επικαλούνται «προσωπικά δεδομένα» εκεί που η κοινή λογική περιμένει δημόσια λογοδοσία. Κρίνεται η αισθητική της εξουσίας: η άνεση, η αυτοπεποίθηση, η σχεδόν προκλητική χαλαρότητα απέναντι σε ερωτήσεις που για τον πολίτη είναι αυτονόητες.
Και εδώ ακριβώς αλλάζει το παιχνίδι. Γιατί η πολιτική επικοινωνία παλιά βασιζόταν στο φίλτρο: οι δηλώσεις περνούσαν από δελτία, από μοντάζ, από ερμηνεία. Σήμερα, η εξεταστική μπορεί να γίνει «κλιπ». Μια φράση, μια αντίφαση, ένα βλέμμα, ένα «δεν θυμάμαι», ένα «δεν απαντώ», γίνονται υλικό άμεσης κρίσης. Ο λαός δεν περιμένει απόφαση. Περιμένει στιγμιότυπο. Και το στιγμιότυπο παράγει την πιο άγρια ετυμηγορία: τη χλεύη.
Αυτός είναι και ο λόγος που η επιλογή της εξεταστικής αντί μιας διαδικασίας πιο «δικαστικής» λειτουργίας μοιάζει, για κάποιους, σαν ευλογία και για άλλους σαν αυτοπαγίδευση. Διότι, όταν μεταφέρεις την υπόθεση στο πεδίο της δημόσιας παράστασης, δεν σε δικάζει μόνο το θεσμικό πλαίσιο. Σε δικάζει και η αίσθηση δικαίου του κόσμου, με τους δικούς της όρους. Και οι όροι αυτοί είναι αμείλικτοι: δεν συγχωρούν εύκολα την επίδειξη ισχύος, δεν ανέχονται την περιφρόνηση, δεν αγοράζουν το «δεν με νοιάζουν τα λεφτά» όταν γύρω σου περιστρέφονται καταγγελίες για λεφτά.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο «άγραφος νόμος» της κουμπαριάς λειτουργεί διπλά. Από τη μία, προσφέρει μια εξήγηση: γιατί κάποιος σιωπά, γιατί κάποιος προστατεύει, γιατί κάποιος «δεν θα κάνει κάτι εναντίον» του άλλου. Από την άλλη, λειτουργεί ως επιβαρυντικό πλαίσιο: γιατί αν ο κόσμος πειστεί ότι οι κοινωνικοί δεσμοί υπερισχύουν της θεσμικής λογοδοσίας, τότε το πρόβλημα δεν είναι ένα σκάνδαλο. Είναι ένα μοντέλο εξουσίας.
Και τελικά, εκεί καταλήγει το ουσιαστικό ερώτημα: όταν τα πράγματα φτάνουν στο σημείο μια εξεταστική να παράγει καθημερινά μικρές ή μεγάλες στιγμές που αθροίζονται σε πολιτική αποσύνθεση, ποιος χάνει περισσότερο; Ο μάρτυρας που «σκάει» από μέσα του αλλά επιλέγει σιωπή; Ή το κόμμα που καλείται να εξηγήσει γιατί γύρω του συσσωρεύονται τόσο «λάθος» που παρουσιάζονται ως «κανονικότητα»;
Η απάντηση, στην εποχή της ζωντανής μετάδοσης και του κλιπ, είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Η θεσμική κρίση μπορεί να αργήσει. Η κοινωνική απόφαση, όμως, βγαίνει γρήγορα. Και όταν βγει, δεν έρχεται με ποινή. Έρχεται με απονομιμοποίηση. Με την αίσθηση πως «κάτι βρωμάει». Και αυτή, ειδικά στην πολιτική, είναι η πιο δύσκολη ρετσινιά να ξεπλυθεί.

