Από τη μία, μια υπόθεση για την οποία περιμένουμε τις τελευταίες υπογραφές, ώστε να ασκηθούν ποινικές διώξεις.
Από την άλλη, ένας εισαγγελέας που έχει περάσει από την Περιφέρεια, έχει περάσει από τον Δήμο, έχει ζητήσει φακέλους, στοιχεία, έγγραφα και εξηγήσεις.
Και πιο δίπλα, το περιβόητο πρόγραμμα της ΔΕΥΑΧ, που έχει πάρει και αυτό τον δρόμο των δικαστηρίων.
Κοινός παρονομαστής;
Αναμένουμε.
Αναμένουμε τις υπογραφές.
Αναμένουμε τις διώξεις.
Αναμένουμε τα πορίσματα.
Αναμένουμε τις αποφάσεις.
Αναμένουμε να μάθουμε ποιος έκανε τι, ποιος υπέγραψε, ποιος γνώριζε και ποιος σήμερα παριστάνει ότι δεν θυμάται.
Στη Χαλκίδα, τελικά, όλα φαίνεται να καταλήγουν στα δικαστήρια. Εκεί όπου η πολιτική ευθύνη μετατρέπεται σε νομικό φάκελο, η διοικητική ανεπάρκεια σε προκαταρκτική εξέταση και η σιωπή σε επίσημη γραμμή άμυνας.
Κανείς δεν φταίει. Κανείς δεν ήξερε. Κανείς δεν είδε. Κανείς δεν άκουσε.
Μόνο οι φάκελοι πηγαινοέρχονται.
Από γραφείο σε γραφείο.
Από υπηρεσία σε υπηρεσία.
Από τον Δήμο στην Περιφέρεια.
Από τη ΔΕΥΑΧ στον εισαγγελέα.
Και από εκεί, κάποια στιγμή, ίσως, σε μια δικαστική αίθουσα.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο αν θα ασκηθούν ποινικές διώξεις. Το πρόβλημα είναι ότι μέχρι να φτάσουμε εκεί, έχει περάσει τόσος χρόνος ώστε η κοινωνία αρχίζει να θεωρεί την καθυστέρηση φυσιολογική.
Δεν είναι.
Η Δικαιοσύνη οφείλει να είναι προσεκτική. Οφείλει να εξετάζει τα στοιχεία, να διασταυρώνει καταθέσεις και να μη λειτουργεί υπό την πίεση της κοινής γνώμης.
Αλλά η υπερβολική καθυστέρηση δεν υπηρετεί ούτε τη Δικαιοσύνη ούτε τη διαφάνεια. Υπηρετεί μόνο εκείνους που ελπίζουν ότι, όσο περνά ο χρόνος, η κοινωνία θα ξεχάσει.
Όμως η κοινωνία δεν ξεχνά.
Δεν ξεχνά τις υποθέσεις που άνοιξαν και δεν έκλεισαν. Δεν ξεχνά τα προγράμματα που κατέληξαν στα δικαστήρια. Δεν ξεχνά τους εισαγγελείς που μπήκαν σε υπηρεσίες και πήραν φακέλους. Δεν ξεχνά τις υποσχέσεις ότι «θα χυθεί άπλετο φως».
Άπλετο φως ακούμε χρόνια.
Μόνο που οι πολίτες βλέπουν ακόμη σκοτάδι.
Και όσο οι υποθέσεις σέρνονται, τόσο μεγαλώνει η υποψία ότι το σύστημα ποντάρει στην κόπωση της κοινωνίας. Να βαρεθεί ο κόσμος να ρωτά. Να σταματήσουν οι δημοσιογράφοι να ψάχνουν. Να ξεχαστούν οι ευθύνες. Να έρθουν άλλα θέματα στην επικαιρότητα.
Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για κουτσομπολιά.
Μιλάμε για δημόσιο χρήμα. Για διοικητικές πράξεις. Για προγράμματα. Για αποφάσεις ανθρώπων που διαχειρίστηκαν περιουσία και χρήματα των πολιτών.
Γι’ αυτό και η απάντηση «αναμένουμε» δεν μπορεί να κρατά για πάντα.
Κάποια στιγμή οι υπογραφές πρέπει να μπουν.
Κάποια στιγμή οι φάκελοι πρέπει να ανοίξουν.
Κάποια στιγμή πρέπει να μάθουμε αν υπάρχουν ευθύνες, ποιες είναι και σε ποιους ανήκουν.
Και αν δεν υπάρχουν, να ειπωθεί καθαρά.
Αλλά αυτή η διαρκής εκκρεμότητα, όπου όλοι γνωρίζουν ότι «κάτι ερευνάται» και κανείς δεν γνωρίζει πότε θα ολοκληρωθεί, δεν είναι θεσμική κανονικότητα.
Είναι πολιτική και κοινωνική ομηρία.
Μέχρι τότε, λοιπόν, η πόλη θα συνεχίσει να ακούει την ίδια λέξη:
Αναμένουμε.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν αναμένουν απλώς οι εμπλεκόμενοι.
Αναμένει ολόκληρη η Χαλκίδα.

