Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος βλέπει το τέλος του πολέμου να περνά από τις αμερικανικές κάλπες, αλλά προειδοποιεί ότι μέχρι τότε η ακρίβεια θα χτυπά καύσιμα, τρόφιμα και νοικοκυριά. Σταθερότητα για τους αριθμούς, ανασφάλεια για την κοινωνία.
Με μια φράση που συμπυκνώνει όλο το κυνικό υπόστρωμα της διεθνούς πολιτικής, ο Γιάννης Στουρνάρας εκτίμησε ότι ο πόλεμος «θα τελειώσει γιατί έρχονται εκλογές στην Αμερική». Δηλαδή: όχι επειδή εξαντλήθηκε η βαρβαρότητα, όχι επειδή νίκησε η διπλωματία, αλλά επειδή οι κάλπες συχνά ζυγίζουν περισσότερο από τα πεδία των μαχών.
Την ίδια ώρα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος έστειλε και το σκληρό μήνυμα προς την ελληνική κοινωνία: όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, οι τιμές σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο και τρόφιμα θα ανεβαίνουν. Με άλλα λόγια, ο γεωπολιτικός τρόμος μεταφράζεται ξανά σε λογαριασμούς, ακρίβεια και συμπίεση της καθημερινότητας, ενώ η «βοήθεια» προς τους πολίτες πρέπει – κατά τον ίδιο – να είναι παροδική, στοχευμένη και αυστηρά μη μόνιμη.
Η ειρήνη ως εκλογικό προϊόν
Η πιο αποκαλυπτική πλευρά της παρέμβασης Στουρνάρα δεν είναι η πρόβλεψη, αλλά η λογική της. Ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται ως μια ανθρωπιστική καταστροφή που πρέπει να τερματιστεί επειδή διαλύει λαούς και οικονομίες, αλλά ως μια κρίση που ενδέχεται να κλείσει επειδή δεν «συμφέρει» εκλογικά. Αυτή είναι η ωμή γλώσσα της εποχής: οι γεωπολιτικές αναμετρήσεις σταματούν όταν αλλάζουν οι πολιτικοί συσχετισμοί και όχι όταν φτάνει στα όριά της η ανθρώπινη τραγωδία.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η οικονομία παραμένει όμηρος εξελίξεων που δεν ελέγχει. Και όσο η φωτιά μένει ανοιχτή, η αγορά προεξοφλεί νέο κύμα πίεσης στην ενέργεια, στις μεταφορές και τελικά στο ράφι.
«Μαξιλάρια» για το κράτος, πίεση για τα νοικοκυριά
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος διαβεβαιώνει ότι η χώρα διαθέτει πλέον «μαξιλάρια» ασφαλείας. Πρόκειται για τη γνωστή γραμμή θεσμικής καθησυχαστικής αφήγησης: η οικονομία είναι πιο ανθεκτική, οι επενδύσεις αυξάνονται, η Ελλάδα δεν στηρίζεται μόνο στον τουρισμό, υπάρχει δημοσιονομική ευχέρεια. Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται σωστά στους πίνακες, αλλά η κοινωνική εμπειρία παραμένει πολύ πιο ωμή.
Διότι ο πολίτης δεν ζει μέσα στους δείκτες. Ζει μέσα στον λογαριασμό του ρεύματος, στο πρατήριο, στο σούπερ μάρκετ και στο ενοίκιο. Εκεί δεν μετριούνται «μαξιλάρια». Εκεί μετριέται η αντοχή μιας κοινωνίας που ακούει επίμονα ότι η οικονομία πάει καλά, ενώ η ζωή της γίνεται ακριβότερη, στενότερη και πιο αβέβαιη.
Στοχευμένες παροχές, μόνιμη ακρίβεια
Η φράση ότι η κρατική βοήθεια πρέπει να είναι «παροδική, μη μόνιμη και στοχευμένη» δεν είναι τεχνική παρατήρηση. Είναι πολιτική γραμμή. Δηλαδή: η ακρίβεια μπορεί να μονιμοποιείται, αλλά η ανακούφιση δεν πρέπει να μονιμοποιηθεί. Οι πιέσεις στην κοινωνία αναγνωρίζονται, αλλά το κράτος δεν προτίθεται να μετατρέψει αυτή την αναγνώριση σε σταθερό μηχανισμό προστασίας.
Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η απόρριψη της μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, με το επιχείρημα ότι το δημοσιονομικό κόστος θα ήταν μεγάλο και ότι δεν είναι βέβαιο πως η μείωση θα έφτανε στον καταναλωτή. Το μήνυμα είναι σαφές: το πρόβλημα αναγνωρίζεται, αλλά η αγορά θα συνεχίσει να λειτουργεί σχεδόν ανεμπόδιστα, με τον πολίτη να πληρώνει και το κράτος να παρακολουθεί.
Ο Στουρνάρας είπε ίσως πιο καθαρά απ’ όσο θα ήθελαν πολλοί την αλήθεια του συστήματος: ο πόλεμος τελειώνει όταν το υπαγορεύουν οι κάλπες, η ακρίβεια περνά κατευθείαν στην κοινωνία και η προστασία του πολίτη επιτρέπεται μόνο με το σταγονόμετρο. Όλα τα άλλα είναι διαχείριση λέξεων. Γιατί όταν η ειρήνη εξαρτάται από εκλογικούς υπολογισμούς και η επιβίωση του νοικοκυριού από «στοχευμένες» ελεημοσύνες, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

