Ο ΕΦΚΑ παράγει κάθε μήνα 7.000–8.000 νέες συντάξεις των 880–900 ευρώ μεικτά – Το σύστημα αποθαρρύνει την υψηλότερη ασφάλιση και σπρώχνει τους εργαζομένους στην ελάχιστη δυνατή εισφορά
Έπειτα από τέσσερις δεκαετίες εργασίας, εισφορών και υποχρεώσεων, χιλιάδες ασφαλισμένοι περνούν την πόρτα της συνταξιοδότησης για να βρεθούν αντιμέτωποι με μια σκληρή πραγματικότητα: ένα μηνιαίο εισόδημα που μετά βίας καλύπτει τις βασικές ανάγκες.
Από τον Ιούνιο του 2025 έως και τον Μάιο του 2026, ο ΕΦΚΑ χορήγησε 91.347 νέες συντάξεις γήρατος. Το μέσο ποσό διαμορφώθηκε κάτω από τα 895 ευρώ μεικτά, δηλαδή περίπου 830 ευρώ καθαρά.
Πρόκειται για ανθρώπους ηλικίας από 62 έως 67 ετών, οι οποίοι, ύστερα από μια ολόκληρη εργασιακή ζωή, καλούνται να πληρώσουν στέγη, ρεύμα, τρόφιμα, φάρμακα και υποχρεώσεις με ένα ποσό που βρίσκεται επικίνδυνα κοντά στα όρια της φτώχειας.
Κάθε μήνα χιλιάδες νέες συντάξεις πείνας
Το πρόβλημα δεν αφορά μια μικρή ή έκτακτη κατηγορία ασφαλισμένων. Ο μηχανισμός λειτουργεί συνεχώς.
Κάθε μήνα εκδίδονται περίπου 7.000–8.000 νέες συντάξεις, οι οποίες κινούνται κατά μέσο όρο μεταξύ 880 και 900 ευρώ μεικτά. Έτσι δημιουργείται σταδιακά μια νέα γενιά χαμηλοσυνταξιούχων, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα οικονομικής ανάκαμψης.
Οι χαμηλοί μισθοί αποτελούν αναμφίβολα μία από τις βασικές αιτίες. Δεν είναι, όμως, η μοναδική. Ο ίδιος ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων δημιουργεί αντικίνητρα για την καταβολή υψηλότερων εισφορών.
Ο εργαζόμενος ή ο ελεύθερος επαγγελματίας που επιλέγει να ασφαλιστεί για μεγαλύτερο ποσό πληρώνει πολύ περισσότερα, χωρίς να λαμβάνει αντίστοιχη αύξηση στη μελλοντική του σύνταξη.
Τριπλάσιες εισφορές, αλλά όχι τριπλάσια σύνταξη
Το χαρακτηριστικό παράδειγμα αποκαλύπτει το μέγεθος της στρέβλωσης.
Ασφαλισμένος με 40 χρόνια εργασίας και συντάξιμες αποδοχές 1.060 ευρώ αναμένεται να λάβει κύρια σύνταξη περίπου 977 ευρώ μεικτά. Το ποσοστό αναπλήρωσης φτάνει περίπου στο 92%.
Αντίθετα, εργαζόμενος με τριπλάσιες συντάξιμες αποδοχές, περίπου 3.176 ευρώ τον μήνα, θα έχει καταβάλει πολλαπλάσιες εισφορές, αλλά η σύνταξή του θα διαμορφωθεί περίπου στα 2.035 ευρώ μεικτά. Στη δική του περίπτωση, το ποσοστό αναπλήρωσης περιορίζεται στο 64%.
Μετά τις κρατήσεις, η πρώτη σύνταξη των 977 ευρώ καταλήγει περίπου στα 891 ευρώ καθαρά. Η δεύτερη, των 2.035 ευρώ, υποχωρεί στα 1.654 ευρώ.
Η διαφορά είναι ουσιαστική, αλλά απέχει πολύ από τη διαφορά των εισφορών που καταβλήθηκαν στη διάρκεια του εργασιακού βίου.
Πρέπει να φτάσει στα 88 για να πάρει πίσω τις εισφορές
Η οικονομική σύγκριση γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική για τους αυτοαπασχολουμένους, οι οποίοι επιλέγουν την ασφαλιστική κατηγορία τους.
Για να τριπλασιάσει κάποιος τη βάση υπολογισμού της σύνταξής του, θα μπορούσε να χρειαστεί να καταβάλει επιπλέον εισφορές που ξεπερνούν συνολικά τις 200.000 ευρώ.
Η αύξηση, όμως, στο καθαρό μηνιαίο εισόδημα μετά τη συνταξιοδότηση υπολογίζεται περίπου στα 763 ευρώ. Για να αποσβέσει τα επιπλέον χρήματα που πλήρωσε, θα χρειαστεί περισσότερους από 262 μήνες, δηλαδή σχεδόν 22 χρόνια.
Αν συνταξιοδοτηθεί στα 67, θα πρέπει να φτάσει περίπου στα 88 για να πάρει πίσω, μέσω της μεγαλύτερης σύνταξης, τις πρόσθετες εισφορές που κατέβαλε.
Με αυτά τα δεδομένα, δεν προκαλεί εντύπωση ότι η πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών επιλέγει τις χαμηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες. Το σύστημα δεν τους πείθει ότι η υψηλότερη εισφορά αποτελεί ασφαλή και αποδοτική επένδυση για το μέλλον.
Οι πρόσθετες περικοπές
Η υποχώρηση της τελικής σύνταξης δεν σταματά στον τρόπο υπολογισμού της. Ακολουθούν και άλλοι μηχανισμοί:
- Η εισφορά αλληλεγγύης για συντάξεις άνω των 1.400 ευρώ.
- Η υψηλότερη φορολόγηση όσο αυξάνεται το εισόδημα.
- Η απώλεια επιδομάτων και παροχών που χορηγούνται με εισοδηματικά κριτήρια.
- Οι κρατήσεις για υγειονομική περίθαλψη.
Η αναδιανομή αποτελεί βασική λειτουργία ενός κοινωνικού ασφαλιστικού συστήματος. Όταν, όμως, η σχέση μεταξύ εισφορών και τελικής παροχής γίνεται τόσο ασθενής, δημιουργείται ένα σαφές αντικίνητρο: γιατί να δηλώσει κάποιος μεγαλύτερες αποδοχές ή να επιλέξει υψηλότερη ασφαλιστική κατηγορία, όταν η πρόσθετη επιβάρυνση μπορεί να χρειαστεί πάνω από δύο δεκαετίες συνταξιοδότησης για να αποσβεστεί;
Η ιδιωτική ασφάλιση παρουσιάζεται ως «λύση»
Η κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει την επαγγελματική και την ιδιωτική ασφάλιση, ώστε οι μελλοντικοί συνταξιούχοι να συμπληρώνουν το εισόδημά τους πέρα από την κύρια σύνταξη.
Η λύση αυτή, όμως, απαιτεί υψηλότερους μισθούς, διαθέσιμο εισόδημα και πολλά χρόνια συστηματικής αποταμίευσης. Προϋποθέσεις που δεν διαθέτει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, το οποίο σήμερα δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και τις τρέχουσες ανάγκες του.
Το ασφαλιστικό, λοιπόν, εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο: χαμηλοί μισθοί, χαμηλές εισφορές, μικρές συντάξεις και μεγαλύτερη ανάγκη για επιδόματα. Και όσο η πολιτεία αποφεύγει τη δύσκολη μεταρρύθμιση, τόσο περισσότεροι εργαζόμενοι θα ολοκληρώνουν μια ζωή δουλειάς για να παραλάβουν, στο τέλος, μια σύνταξη που δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση.
Πηγή στοιχείων: «Η Καθημερινή» – στοιχεία ΕΦΚΑ

