Από το τσιφλίκι του Σκαρλάτου Σούτσου στη θερινή κατοικία της ελληνικής βασιλικής οικογένειας
Υπάρχουν τόποι που δεν γεννήθηκαν μέσα από μεγάλα σχέδια, αλλά από μια τυχαία στάση, μια νυχτερινή φιλοξενία, μια συμβουλή την κατάλληλη στιγμή. Το Τατόι είναι ένας τέτοιος τόπος.
Πριν γίνει σύμβολο βασιλικής παρουσίας, πριν αποκτήσει ανάκτορο, βοηθητικά κτίρια, αγροτική παραγωγή, δασικές φυτεύσεις και ιστορική φόρτιση, ήταν μια βουκολική έκταση στις νοτιοανατολικές υπώρειες της Πάρνηθας. Ένα κτήμα μέσα στη βόρεια Αττική, με δάση, θέα προς το λεκανοπέδιο, τον Ευβοϊκό, τη θάλασσα και τον Πειραιά.
Η μοίρα του άλλαξε σταδιακά: πρώτα με την παρουσία της βασίλισσας Αμαλίας, έπειτα με τη διανυκτέρευση του Γεωργίου Α΄ την άνοιξη του 1865 και, τελικά, με την καθοριστική προτροπή του Ερνέστου Τσίλερ.
Η Αμαλία είδε πρώτη τη μαγεία του τόπου
Ήδη από το 1843 η βασίλισσα Αμαλία περιέγραφε σε επιστολή της προς τον πατέρα της μια εκδρομή σε κτήμα του Σκαρλάτου Σούτσου. Μιλούσε για δάσος με βελανιδιές, για παρεκκλήσι, για θέα προς την Αθήνα, τη θάλασσα, τα νησιά και τον Πειραιά. Η εικόνα που μετέφερε ήταν σχεδόν ειδυλλιακή: φύση, άλογα, ελληνικό δείπνο, πανσέληνος πίσω από την Πεντέλη.
Δεν κατονομάζεται ρητά το Τατόι, όμως τα στοιχεία οδηγούν σχεδόν αναπόφευκτα εκεί. Το κτήμα είχε περάσει στον Φαναριώτη Σκαρλάτο Σούτσο, ο οποίος το είχε αποκτήσει το 1842. Ήταν ένας από τους ισχυρούς γαιοκτήμονες της εποχής, αξιωματικός, πολιτικός και πρόσωπο με στενή σχέση με την αυλή.
Το Τατόι, προτού γίνει βασιλικό κτήμα, ήταν κομμάτι μιας άλλης Ελλάδας: της μετεπαναστατικής υπαίθρου, των μεγάλων ιδιοκτησιών, των παλιών τσιφλικιών και της ασταθούς ασφάλειας έξω από την πρωτεύουσα.
Η νύχτα του 1865
Η κρίσιμη στιγμή ήρθε τη νύχτα της 6ης προς 7η Απριλίου 1865. Ο Γεώργιος Α΄, νεαρός ακόμη βασιλιάς και μόλις ενάμιση χρόνο στον ελληνικό θρόνο, ταξίδευε προς τη Χαλκίδα, στο πλαίσιο περιοδείας στη Ρούμελη. Καθ’ οδόν, αποδέχθηκε την πρόσκληση του Σκαρλάτου Σούτσου να διανυκτερεύσει στο κτήμα του.
Ήταν μια φαινομενικά ασήμαντη φιλοξενία. Όμως αυτή η πρώτη γνωριμία του Γεωργίου με την περιοχή θα αποδεικνυόταν καθοριστική λίγα χρόνια αργότερα.
Ο βασιλιάς τότε δεν φαίνεται να έδωσε ιδιαίτερη συνέχεια. Η εντύπωση του τόπου μάλλον έμεινε θαμμένη στη μνήμη του. Μέχρι που παρενέβη ο άνθρωπος που θα σημάδευε την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Αθήνας: ο Ερνέστος Τσίλερ.
Ο παράγοντας Τσίλερ
Μετά τον γάμο του με την Όλγα της Ρωσίας το 1867, ο Γεώργιος Α΄ αναζητούσε χώρο για θερινή κατοικία. Η αρχική σκέψη τον οδηγούσε προς τις Πεταλιές, το νησιωτικό σύμπλεγμα στον νότιο Ευβοϊκό, που συνδεόταν και με την προίκα της βασίλισσας Όλγας.
Όμως οι Πεταλιοί είχαν ένα σοβαρό μειονέκτημα: την ανυδρία. Επιπλέον, η θάλασσα θα χώριζε τη θερινή κατοικία από την Αθήνα.
Ο Τσίλερ υπέδειξε το Τατόι. Η θέση ήταν κοντά στην πρωτεύουσα, δεν απαιτούσε θαλάσσια μετάβαση, είχε νερά, δάσος και φυσική ομορφιά. Έτσι, η βόρεια Αττική κέρδισε το παιχνίδι απέναντι στον Ευβοϊκό.
Στις 15 Μαΐου 1872 υπογράφηκε η μεταβίβαση του κτήματος από τον Σκαρλάτο Σούτσο στον Γεώργιο Α΄. Το τίμημα ανήλθε στις 300.000 δραχμές, ποσό σημαντικό για την εποχή, αν και χαμηλό σε σχέση με την έκταση της ιδιοκτησίας. Η αξία της γης είχε επηρεαστεί και από την ανασφάλεια της υπαίθρου, όπου η δράση ληστών αποτελούσε μόνιμο πρόβλημα.
Από το απλό σπίτι στο ανάκτορο
Το πρώτο κτίσμα που ανεγέρθηκε δεν ήταν μεγαλοπρεπές παλάτι. Ο Γεώργιος ζήτησε από τον Τσίλερ ένα απλό, μικρό, διώροφο σπίτι. Περισσότερο θύμιζε ξενώνα ή συνοδευτικό κτίριο παρά ανάκτορο.
Αυτό το πρώτο οικοδόμημα χρησιμοποιήθηκε ως θερινή κατοικία μέχρι το 1889, όταν κατοικήθηκε το κυρίως ανάκτορο. Αργότερα εγκαταστάθηκε εκεί ο διάδοχος Κωνσταντίνος. Το κτίριο όμως δεν διασώθηκε: καταστράφηκε στη μεγάλη πυρκαγιά της 30ής Ιουνίου 1916.
Το κυρίως ανάκτορο ακολούθησε διαφορετική λογική. Ο αρχιτέκτονας Σάββας Μπούκης στάλθηκε στην Αγία Πετρούπολη για να μελετήσει και να αντιγράψει την «Αγροικία» του Πέτερχοφ, μια έπαυλη που αγαπούσε ιδιαίτερα ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄. Έτσι, το Τατόι απέκτησε ρωσική αρχιτεκτονική αναφορά, μέσω της σχέσης της βασίλισσας Όλγας με τη δυναστεία των Ρομανόφ.
Οι εργασίες ανέγερσης κράτησαν από την άνοιξη του 1884 έως τα τέλη του 1886. Με την εγκατάσταση της βασιλικής οικογένειας, το κτήμα άρχισε να αλλάζει ριζικά.
Ένα πρότυπο κτήμα
Το Τατόι δεν ήταν μόνο τόπος αναψυχής. Σταδιακά εξελίχθηκε σε οργανωμένο παραγωγικό κτήμα, με γεωργική και κτηνοτροφική δραστηριότητα. Φυτεύτηκαν δέντρα σε μεγάλη κλίμακα, οργανώθηκαν υποδομές και εφαρμόστηκαν μέτρα πυρασφάλειας πρωτοποριακά για την Ελλάδα της εποχής.
Από εγκαταλειμμένο τσιφλίκι μετατράπηκε σε ζωντανό οργανισμό. Ήταν κατοικία, αγρόκτημα, δάσος, χώρος διοίκησης και σύμβολο εξουσίας μαζί.
Αργότερα, ο Γεώργιος Β΄ προχώρησε σε έργα εκσυγχρονισμού, επιθυμώντας να χρησιμοποιεί το Τατόι και τον χειμώνα. Οι παρεμβάσεις εκείνης της περιόδου άλλαξαν την όψη του ανακτόρου και θεωρείται ότι αλλοίωσαν σημαντικά την αρχική μορφή του.
Κατοχή, λεηλασία, εγκατάλειψη
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, το ανάκτορο σφραγίστηκε. Στα Δεκεμβριανά το κτήμα λεηλατήθηκε. Μετά τον πόλεμο επισκευάστηκε πρόχειρα, καθώς η χώρα δεν είχε οικονομικές δυνατότητες για ουσιαστική αποκατάσταση.
Από τα τέλη του 1948 η βασιλική οικογένεια το χρησιμοποίησε ως μόνιμη κατοικία. Μετά το αποτυχημένο βασιλικό κίνημα του Δεκεμβρίου 1967, η έπαυλη έκλεισε. Με την πολιτειακή μεταβολή της δεκαετίας του 1970, το Τατόι πέρασε σε μια μακρά περίοδο εγκατάλειψης.
Και αυτή η εγκατάλειψη δεν ήταν μόνο υλική. Ήταν και συμβολική. Για δεκαετίες, το Τατόι αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως πολιτικό κατάλοιπο παρά ως ιστορικό, αρχιτεκτονικό και περιβαλλοντικό κεφάλαιο.
Η ιστορία πίσω από το ταμπού
Σήμερα, το Τατόι δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο μέσα από το φίλτρο της μοναρχίας. Είναι κομμάτι της ιστορίας της Αττικής, της νεότερης Ελλάδας, της αρχιτεκτονικής μνήμης, της αγροτικής οργάνωσης, της δασικής διαχείρισης και της συλλογικής μας σχέσης με το παρελθόν.
Η αξία του δεν βρίσκεται μόνο στο ανάκτορο. Βρίσκεται στο σύνολο: στα κτίρια, στους δρόμους, στα δέντρα, στα νερά, στα ίχνη των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν εκεί.
Το Τατόι γεννήθηκε από συμπτώσεις, αλλά επιβίωσε ως μνήμη. Μια τυχαία διανυκτέρευση, μια αρχιτεκτονική συμβουλή και μια βασιλική απόφαση μετέτρεψαν μια βουκολική γωνιά της Πάρνηθας σε έναν από τους πιο φορτισμένους τόπους της νεότερης Ελλάδας.
Και τώρα, ύστερα από δεκαετίες φθοράς, το ερώτημα επιστρέφει: θα αντιμετωπιστεί επιτέλους ως αυτό που είναι; Όχι ως φάντασμα ενός πολιτεύματος που πέρασε, αλλά ως ζωντανό μνημείο ιστορίας, φύσης και δημόσιας μνήμης.
Σημείωση ακρίβειας: Ο Σκαρλάτος Σούτσος ήταν σύζυγος της Ελπίδας Καντακουζηνού, κόρης του Αλέξανδρου Καντακουζηνού. Η Ελίζα Σούτσου ήταν κόρη του Σκαρλάτου Σούτσου, όχι η σύζυγός του.

