Όταν η κυβέρνηση μιλά για αυξήσεις μισθών και συντάξεων, ξεχνά το βασικό: δεν μετράει τι γράφει το χαρτί. Μετράει τι μπορείς να αγοράσεις με αυτό.
Η πενιχρή αύξηση μισθών και συντάξεων έχει γίνει η μόνιμη καραμέλα στα στόματα των εκπροσώπων του Κυριάκου Μητσοτάκη. Την πιπιλάνε κάθε φορά που θέλουν να πείσουν τον πολίτη ότι κάτι αλλάζει, ότι κάτι βελτιώνεται, ότι δήθεν το εισόδημα ανεβαίνει.
Μόνο που η πραγματική ζωή δεν μετριέται με κυβερνητικά δελτία Τύπου. Μετριέται στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στο ρεύμα, στο φαρμακείο, στον λογαριασμό που μένει απλήρωτος.
Και κάθε φορά που ακούω να μιλούν για «αυξήσεις», μου έρχεται στο μυαλό ένα περιστατικό από τα παιδικά μου χρόνια.
Όταν ήμουν μικρός, εξερευνώντας ένα παλιό μπαούλο του παππού μου, του Σταμάτη, που το είχε φέρει από την Αμερική, ανακάλυψα στο τελευταίο του πάτωμα πολλά χαρτονομίσματα. Πάρα πολλά. Με νούμερα τεράστια. Εκατομμύρια.
Εγώ, παιδί ακόμα, που μόλις είχα μάθει να μετράω, πίστεψα ότι ήμασταν ζάμπλουτοι. Και απορούσα γιατί οι γονείς μου μας το έκρυβαν.
Δεν μπορούσα να το χωρέσω στο μυαλό μου. Να έχουμε τόσα εκατομμύρια στο μπαούλο και η μάνα μου να με στέλνει στον μπακάλη να πάρω βερεσέ ένα τέταρτο σαρδέλες παστές, για να φάμε με τα χόρτα που μάζευε από τα χωράφια.
Με έτρωγε η απορία. Αλλά δεν μιλούσα. Φοβόμουν μήπως ο παππούς είχε κάνει καμία παρανομία και, επειδή τον αγαπούσα, δεν ήθελα να τον πάρουν φυλακή.
Μέχρι που κάποια μέρα, σε μια εκκαθάριση του μπαούλου, η μάνα μου μου έδωσε εκείνα τα χαρτονομίσματα να παίζω με τα άλλα παιδιά. Και τότε μου εξήγησε: ήταν κατοχικά χρήματα. Δεν είχαν καμία αξία. Δεν μπορούσες να αγοράσεις τίποτα με αυτά.
Με μια δραχμούλα αγόραζα από του Γκίκα πέντε καραμέλες γάλακτος με την αγελάδα. Με τα «εκατομμύρια» του παππού παίζαμε στη γειτονιά τους εφοπλιστές στα ψέματα.
Από τότε κατάλαβα κάτι που σήμερα κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν οι κυβερνητικοί φωστήρες: η αξία του χρήματος δεν βρίσκεται στο νούμερο που γράφει επάνω. Βρίσκεται στην αγοραστική του δύναμη.
Τι να την κάνει ο εργαζόμενος την αύξηση, αν πριν φτάσει στην τσέπη του την έχει ήδη καταπιεί η ακρίβεια;
Τι να την κάνει ο συνταξιούχος τη «βελτίωση», όταν τα φάρμακα, το ρεύμα και το καλάθι του νοικοκυριού τον γυρίζουν κάθε μήνα στο μηδέν;
Τι να την κάνει η οικογένεια τα πανηγύρια των υπουργών, όταν στο τέλος του μήνα μετράει τα ίδια και χειρότερα;
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει τα νούμερα. Η κοινωνία ζει την αφαίρεση.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να αυξάνεται ο μισθός στα χαρτιά και άλλο να αυξάνεται η ζωή στην πράξη. Άλλο πράγμα είναι να λες «δώσαμε» και άλλο να μπορεί ο πολίτης να σταθεί όρθιος.
Τα κατοχικά εκατομμύρια του παππού μου δεν αγόραζαν ούτε μία καραμέλα. Κάπως έτσι και οι σημερινές αυξήσεις, όταν δεν φτάνουν ούτε για τα βασικά, είναι περισσότερο πολιτικό θέατρο παρά πραγματική ανακούφιση.
Γι’ αυτό όταν ακούω σήμερα να μιλάνε με στόμφο για αυξήσεις, καταλαβαίνω ότι απευθύνονται σε μυαλά κάτω από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού.
Γιατί όποιος έχει ζήσει την ανάγκη, ξέρει.
Δεν μετράς τα λεφτά από το νούμερο.
Τα μετράς από το ψωμί που αγοράζουν.

