Η πρόσφατη δήλωση ότι «κάθε κατάστημα των ΕΛΤΑ κοστίζει στον Έλληνα φορολογούμενο 150.000 ευρώ τον χρόνο» παρουσιάζεται ως τεκμήριο αναποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για ακόμη ένα επεισόδιο στο γνωστό έργο: πρώτα απαξίωση, μετά ιδιωτικοποίηση — και στο τέλος, κέρδη για λίγους εις βάρος των πολλών.
Το αφήγημα του «κόστους»
Αν πράγματι κάθε κατάστημα κοστίζει τόσο, το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να κλείσει, αλλά γιατί κοστίζει τόσο. Πρόκειται για κακοδιαχείριση; Για παρωχημένα συστήματα; Για έλλειψη αξιοποίησης της τεράστιας ακίνητης περιουσίας του οργανισμού; Η απάντηση είναι μάλλον όλα μαζί.
Τα ΕΛΤΑ διαθέτουν ακίνητη περιουσία αξίας περίπου 120 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία παραμένει ουσιαστικά ανενεργή. Μια στοιχειώδης αξιοποίησή της, με απόδοση 10%, θα μπορούσε να αποφέρει ετήσια έσοδα τουλάχιστον 12 εκατομμυρίων ευρώ — ποσό ικανό να μειώσει δραστικά τις ζημίες και να στηρίξει τα καταστήματα της περιφέρειας.
Η κοινωνική αποστολή
Η κυβέρνηση αποσιωπά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει από το 2012 την επιδότηση των μη κερδοφόρων καταστημάτων ταχυδρομείων, όπως και των «άγονων γραμμών» στα τρένα. Στόχος είναι να διατηρηθούν βασικές υπηρεσίες στις απομακρυσμένες περιοχές και να μην ερημώσουν εντελώς. Δηλαδή, η ίδια η Ε.Ε. αναγνωρίζει ότι δεν είναι όλες οι υπηρεσίες δυνατό να λειτουργούν με καθαρά εμπορικά κριτήρια.
Επομένως, το να παρουσιάζεται η λειτουργία ενός επαρχιακού καταστήματος ως «σπατάλη» είναι υποκριτικό. Είναι κοινωνική ανάγκη — και επιτρέπεται να επιδοτείται ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο.
Το πραγματικό διακύβευμα
Ο στόχος δεν είναι η «εξυγίανση», αλλά η προετοιμασία για ιδιωτικοποίηση. Το έχουμε δει ξανά: στη ΔΕΗ, στις τράπεζες, στην Ολυμπιακή, στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Πρώτα απαξίωση, μετά ξεπούλημα. Οι εταιρείες που αγοράστηκαν σε χαμηλές τιμές κατέγραψαν αργότερα τεράστια κέρδη. Οι πολίτες όμως πλήρωσαν πανάκριβο ρεύμα, υψηλά τραπεζικά επιτόκια και μειωμένες δημόσιες υπηρεσίες.
Στην περίπτωση των ΕΛΤΑ, το κίνητρο είναι προφανές: η κρατική ταχυδρομική εταιρεία ασκεί πίεση στις ιδιωτικές ταχυμεταφορές με τιμές σχεδόν στο μισό των ανταγωνιστών της. Δεν είναι λοιπόν το «κόστος» που ενοχλεί, αλλά ο ανταγωνισμός.
Το παράλογο των αριθμών
Αν τα ΕΛΤΑ κατέχουν μόλις το 10% της αγοράς ταχυμεταφορών και έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών 249 εκατομμύρια ευρώ, αυτό σημαίνει ότι η συνολική αγορά αγγίζει τα 2,5 δισεκατομμύρια. Πρόκειται για έναν τεράστιο και δυναμικό κλάδο. Το γεγονός ότι μια δημόσια εταιρεία κρατά ακόμη μερίδιο σε αυτό το περιβάλλον θα έπρεπε να θεωρείται επιτυχία, όχι αποτυχία.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η βιωσιμότητα. Είναι η πολιτική βούληση: ποιος θέλει να έχει στα χέρια του ένα κομμάτι αυτής της αγοράς;
Το μοτίβο επαναλαμβάνεται
Η ίδια τακτική εφαρμόστηκε παντού.
- Στη ΔΕΗ: απαξίωση, μείωση κρατικού ελέγχου, αύξηση τιμών, εκτίναξη κερδών για μετόχους.
- Στις τράπεζες: διάσωση με δημόσιο χρήμα, αφελληνισμός, μαζικά λουκέτα καταστημάτων και ρεκόρ κερδοφορίας.
- Στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ: πώληση για 45 εκατομμύρια ευρώ και επιδότηση 50 εκατομμυρίων ετησίως στους νέους ιδιοκτήτες.
Και τώρα στα ΕΛΤΑ: η ίδια συνταγή. Δημιουργία εντυπώσεων περί «ζημιογόνου μονάδας», ενώ στην πράξη προετοιμάζεται η μεταφορά δημόσιας περιουσίας σε ιδιώτες.
Η υπόθεση των ΕΛΤΑ δεν είναι απλώς μια οικονομική ανάλυση. Είναι μια πολιτική επιλογή με βαθιές κοινωνικές συνέπειες. Κάθε φορά που ένα δημόσιο αγαθό παραδίδεται σε ιδιωτικά συμφέροντα, το κόστος μεταφέρεται στους πολίτες — και τα κέρδη συγκεντρώνονται στους λίγους.
Η διαχείριση των δημοσίων επιχειρήσεων απαιτεί σχέδιο, διαφάνεια και επένδυση, όχι επικοινωνιακές δικαιολογίες. Το δημόσιο δεν είναι «πρόβλημα» — είναι εργαλείο κοινωνικής συνοχής, αν το χειριστείς με ικανότητα και εντιμότητα.
Εξοργίζει, λοιπόν, όχι το κόστος των ΕΛΤΑ, αλλά η υποκρισία όσων το επικαλούνται. Η πραγματική σπατάλη δεν είναι στα ταχυδρομεία της επαρχίας. Είναι στην πολιτική ανικανότητα και στις ιδιωτικές εξυπηρετήσεις που βαφτίζονται «μεταρρυθμίσεις».
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από άλλες ιδιωτικοποιήσεις. Έχει ανάγκη από σοβαρό κράτος, ικανό να λειτουργεί υπέρ των πολιτών — και όχι υπέρ των προνομιούχων.

