Ευρωπαϊκά κονδύλια, συγγενικές σχέσεις, αντιφατικά πορίσματα και ένα σύστημα που φέρεται να μην χρησιμοποιείται – Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά, ενώ η κυβέρνηση οφείλει επιτέλους να δώσει καθαρές απαντήσεις
Η Ελλάδα της «ψηφιακής επανάστασης» κατάφερε πάλι το ακατόρθωτο.
Να βάλει την Τεχνητή Νοημοσύνη στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες πριν κατορθώσει να βάλει τη διαφάνεια στις κρατικές συμβάσεις.
Να χρηματοδοτήσει ένα πειραματικό έργο με ευρωπαϊκά χρήματα, να το παρουσιάσει ως καινοτομία και, όταν εμφανίστηκαν τα κρίσιμα ερωτήματα, να αρχίσει το γνωστό κυβερνητικό παιχνίδι: κανείς δεν γνώριζε, κανείς δεν αποφάσισε, κανείς δεν είχε σχέση.
Μόνο που αυτήν τη φορά υπάρχουν ημερομηνίες, έγγραφα και φωτογραφίες.
Και οι φωτογραφίες δεν υπογράφουν καταθέσεις. Δεν διορθώνουν εκ των υστέρων τα πρακτικά. Δεν ξεχνούν ποιος βρισκόταν πού και πότε.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του in.gr, το οποίο αναδημοσίευσαν «ΤΑ ΝΕΑ», η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά προγραμματική σύμβαση του υπουργείου Δικαιοσύνης για την πειραματική εφαρμογή Τεχνητής Νοημοσύνης στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες. Η σύμβαση χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης και ανατέθηκε τον Δεκέμβριο του 2023 σε εργαστήριο του Πανεπιστημίου Πειραιά.
Στο συγκεκριμένο εργαστήριο εργάζεται στενός συγγενής της υπηρεσιακής γραμματέως του υπουργείου Δικαιοσύνης, Βασιλικής Γιαβή.
Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει παρανομία.
Δημιουργεί όμως αυτονόητη υποχρέωση απόλυτης διαφάνειας, εξαντλητικού ελέγχου για ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων και πλήρους δημοσιοποίησης της διαδικασίας επιλογής.
Αντί γι’ αυτό, προέκυψε ένας λαβύρινθος αντιφατικών εξηγήσεων.
Η «άσχετη» που εκπροσωπούσε το υπουργείο
Η προϊσταμένη της Υπηρεσίας Συντονισμού του υπουργείου Δικαιοσύνης φέρεται να κατέθεσε ότι με τη σύμβαση ασχολήθηκαν η ίδια και ο υπουργός Γιώργος Φλωρίδης και ότι η υπηρεσιακή γραμματέας δεν είχε ανάμειξη.
Παρόμοιο συμπέρασμα φέρεται να υιοθέτησε και πόρισμα της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού Ταμείου Ανάκαμψης του υπουργείου Οικονομικών: ότι η υπηρεσιακή γραμματέας δεν σχετιζόταν με τη σύμβαση και ότι ο συγγενής της επιλέχθηκε μεταγενέστερα, τον Απρίλιο του 2024.
Και τότε εμφανίστηκε η φωτογραφία.
Σε επίσημο δελτίο Τύπου του υπουργείου Δικαιοσύνης, με ημερομηνία 1η Φεβρουαρίου 2024, η Βασιλική Γιαβή εμφανίζεται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ως η μοναδική εκπρόσωπος του υπουργείου στην παρουσίαση του έργου.
Στην ίδια παρουσίαση εμφανίζεται και ο συγγενής της, δίπλα στους υπευθύνους του εργαστηρίου του Πανεπιστημίου Πειραιά.
Δηλαδή, ο άνθρωπος που φέρεται να επιλέχθηκε μέσω «ανοικτής αγοράς» τον Απρίλιο του 2024 βρισκόταν ήδη στην επίσημη παρουσίαση του έργου δύο μήνες νωρίτερα.
Δεν είναι απόδειξη ενοχής.
Είναι όμως μια τεράστια αντίφαση που δεν αντιμετωπίζεται με σιωπή, εξώδικα και υπηρεσιακές διατυπώσεις.
Η κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει καθαρά:
Με ποια ιδιότητα παρευρισκόταν ο συγκεκριμένος συνεργάτης τον Φεβρουάριο, εφόσον η επίσημη επιλογή του έγινε αργότερα;
Ποιος τον προσκάλεσε;
Ήταν ήδη γνωστό ότι θα συμμετείχε;
Πώς μπορεί ένα πόρισμα να υποστηρίζει ότι η υπηρεσιακή γραμματέας δεν είχε σχέση με το έργο, όταν η ίδια εμφανίζεται να εκπροσωπεί το υπουργείο κατά την παρουσίασή του;
Το ΕΜΠ, η τηλεφωνική επικοινωνία και τα νέα ερωτήματα
Στην ίδια φωτογραφία εμφανίζεται και ο τότε κοσμήτορας της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του ΕΜΠ.
Κατά τις εξηγήσεις που έχουν παρουσιαστεί, είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, κατά την οποία το ΕΜΠ φέρεται να αρνήθηκε την ανάληψη του έργου και να υπέδειξε το εργαστήριο του Πανεπιστημίου Πειραιά.
Ωστόσο, υπεύθυνοι εργαστηρίων του ΕΜΠ φέρονται να δήλωσαν ότι δεν ενημερώθηκαν ποτέ για μια τέτοια πρόταση, παρότι διέθεταν εμπειρία σε εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης στην ιατρική.
Και εδώ γεννώνται συγκεκριμένα ερωτήματα.
Μπορεί μια προφορική τηλεφωνική συνομιλία να υποκαταστήσει μια θεσμική, καταγεγραμμένη διερεύνηση της αγοράς;
Υπήρξε επίσημη πρόσκληση προς το ΕΜΠ;
Υπήρξε γραπτή άρνηση;
Ενημερώθηκαν τα αρμόδια εργαστήρια;
Ή μήπως μια ολόκληρη διαδικασία εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ στηρίχθηκε σε τηλεφωνήματα, προσωπικές γνωριμίες και προφορικές υποδείξεις;
Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει υποστηρίξει ότι διερευνήθηκαν εναλλακτικά ερευνητικά κέντρα, ότι το εργαστήριο του Πανεπιστημίου Πειραιά επελέγη λόγω επιστημονικής αριστείας και ότι ακολούθησαν ανοικτές δημόσιες προσκλήσεις για την πρόσληψη των ερευνητών.
Αυτή είναι η επίσημη θέση.
Δεν ακυρώνει όμως τις αντιφάσεις. Τις κάνει ακόμη πιο επιτακτικές προς διερεύνηση.
Και το έργο; Λειτουργεί;
Πέρα από τις συγγενικές σχέσεις, τις φωτογραφίες και τις διαδικασίες επιλογής, υπάρχει και το ουσιαστικότερο ερώτημα:
Τι παρέλαβε τελικά το ελληνικό Δημόσιο;
Το έργο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έπρεπε αρχικά να ολοκληρωθεί στα τέλη του 2025 και έλαβε εξάμηνη παράταση μέχρι τα τέλη Ιουνίου του 2026.
Ιατροδικαστές φέρονται να αναφέρουν ότι πραγματοποιήθηκε περιορισμένη εκπαίδευση, ότι η πειραματική χρήση εμφάνισε προβλήματα και ότι τα tablets που παραδόθηκαν δεν χρησιμοποιούνται.
Παράλληλα, σε επιστημονική ανάλυση των υπευθύνων φέρονται να καταγράφονται ποσοστά αντικρουόμενων αποτελεσμάτων 11,1% και παράλειψης ή αποτυχίας κατανόησης πληροφοριών 13%, μαζί με αναφορές σε «παραισθήσεις» του συστήματος.
Σε μια εφαρμογή ψυχαγωγίας, ένα τέτοιο σφάλμα μπορεί να προκαλέσει ένα αστείο ή ένα λανθασμένο κείμενο.
Στην ιατροδικαστική, όμως, τα λάθη μπορούν να επηρεάσουν πραγματικές δικογραφίες, ποινικές διαδικασίες, οικογένειες θυμάτων και την ίδια την απονομή της Δικαιοσύνης.
Εδώ δεν χωρούν ψηφιακά πυροτεχνήματα.
Χρειάζονται πιστοποίηση, επιστημονική εγκυρότητα, έλεγχος, ανθρώπινη εποπτεία και σαφής κατανομή ευθύνης.
Τρία υπουργεία και κανένας υπεύθυνος
Το υπουργείο Δικαιοσύνης οφείλει να εξηγήσει τη διαδικασία επιλογής και την πραγματική κατάσταση του έργου.
Το υπουργείο Οικονομικών οφείλει να εξηγήσει πώς ελέγχθηκε η πιθανή σύγκρουση συμφερόντων και αν το πόρισμά του έλαβε υπόψη το φωτογραφικό υλικό.
Το υπουργείο Παιδείας οφείλει να εξηγήσει αν διερευνήθηκε θεσμικά η φερόμενη απόρριψη του έργου από το ΕΜΠ και οι διαδικασίες επιλογής των συνεργατών από το Πανεπιστήμιο Πειραιά.
Δεν μπορεί τρία υπουργεία να εμφανίζονται στο κάδρο και η πολιτική ευθύνη να εξαφανίζεται ως διά μαγείας.
Δεν μπορεί ένα έργο να διαφημίζεται ως «καινοτομία» όταν μοιράζονται τα κονδύλια και να μετατρέπεται σε υπηρεσιακό απόρρητο όταν ζητούνται απαντήσεις.
Δεν μπορεί η κυβέρνηση να επικαλείται συνεχώς την ψηφιακή πρόοδο, αλλά να λειτουργεί με το πιο παλιό αναλογικό σύστημα εξουσίας:
γνωριμίες, συγγενείς, κλειστές πόρτες, σιωπή και πορίσματα που δεν απαντούν στις φωτογραφίες.
Το ερώτημα είναι απλό
Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν αποτελεί απόδειξη ενοχής κανενός. Αυτό πρέπει να είναι απολύτως σαφές.
Αποτελεί, όμως, απόδειξη ότι τα ερωτήματα είναι αρκετά σοβαρά ώστε να μην μπορούν να θαφτούν κάτω από επικοινωνιακές κορδέλες περί καινοτομίας.
Η κυβέρνηση δεν καλείται να μας εξηγήσει τι είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Καλείται να μας εξηγήσει πού πήγαν τα χρήματα, ποιοι επιλέχθηκαν, με ποια διαδικασία, τι ακριβώς παραδόθηκε και γιατί όσα αναφέρονται στα πορίσματα δεν φαίνεται να συμφωνούν με όσα καταγράφει ο φωτογραφικός φακός.
Γιατί, τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι οι «παραισθήσεις» ενός αλγορίθμου.
Είναι οι παραισθήσεις μιας εξουσίας που πιστεύει ότι μπορεί να εμφανίζει το μαύρο ως άσπρο, την αδιαφάνεια ως αριστεία και τη συγγενική σύμπτωση ως τεχνοκρατική κανονικότητα.
Πηγή πληροφοριών: in.gr – ΤΑ ΝΕΑ

