Η Μαρία Καρυστιανού έγινε σύμβολο όχι επειδή το ζήτησε, αλλά επειδή άντεξε εκεί όπου πολλοί θα ήθελαν τη σιωπή. Και αυτό, σε μια χώρα μαθημένη να συμβιβάζεται με τη λήθη, δεν συγχωρείται εύκολα.
Αφιερωμένο σε όσους πολεμούν τη Μαρία Καρυστιανού με λύσσα, ύβρεις και χλευασμούς. Σε όσους δεν αντέχουν μια μάνα που δεν δέχτηκε να πενθήσει ήσυχα, να σκύψει το κεφάλι, να αρκεστεί σε συλλυπητήρια, επιτροπές, πορίσματα και πολιτικές υπεκφυγές.
Γιατί η αλήθεια είναι απλή και γι’ αυτό ενοχλεί: αν δεν υπήρχε αυτή η γυναίκα, το έγκλημα των Τεμπών θα είχε θαφτεί κάτω από τη σκόνη της επικαιρότητας, τα δελτία τύπου, τις καθυστερήσεις και την εθνική μας συνήθεια να ξεχνάμε ό,τι μας πονάει.
1. Η παραβολή της γυναίκας που αντιστάθηκε
Υπάρχει μια σκληρή παραβολή. Σε ένα χωριό που ταπεινώθηκε από τη βία, όλες οι γυναίκες βγήκαν πληγωμένες και συντετριμμένες. Μία, όμως, αντιστάθηκε. Δεν αποδέχτηκε τη μοίρα που της επέβαλαν. Πάλεψε, στάθηκε όρθια, αρνήθηκε να γίνει ακόμη ένα θύμα στη σιωπηλή σειρά των θυμάτων.
Και τότε συνέβη το πιο σκοτεινό: δεν τη μίσησαν οι εχθροί της μόνο. Τη μίσησαν και όσοι δεν άντεχαν το παράδειγμά της.
Γιατί η αντίσταση του ενός γίνεται καθρέφτης για την υποχώρηση των πολλών.
2. Αυτό δεν συγχωρούν στην Καρυστιανού
Δεν της συγχωρούν ότι δεν έγινε «διαχειρίσιμη».
Δεν της συγχωρούν ότι δεν μπήκε στο κάδρο της βολικής θλίψης.
Δεν της συγχωρούν ότι δεν αρκέστηκε σε ένα μνημόσυνο, σε ένα στεφάνι, σε μια τυπική δήλωση συμπαράστασης.
Η Μαρία Καρυστιανού έκανε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για το σύστημα: κράτησε το ερώτημα ζωντανό.
Ποιος ευθύνεται;
Ποιος συγκάλυψε;
Ποιος καθυστέρησε;
Ποιος γνώριζε;
Ποιος υπέγραψε;
Ποιος παρίστανε ότι δεν είδε;
Αυτά τα ερωτήματα είναι που φοβίζουν. Όχι οι φωνές. Όχι οι συγκεντρώσεις. Όχι τα πρόσωπα. Τα ερωτήματα.
3. Η οργή απέναντι σε αυτόν που δεν υποκύπτει
Υπάρχει μια φράση που αποδίδεται στον Αλμπέρ Καμύ: μία από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει εκείνος που τόλμησε να αντισταθεί σε αυτό που συνθλίβει κι εσένα.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει.
Κάποιοι δεν μισούν την Καρυστιανού επειδή κάνει πολιτική.
Τη μισούν επειδή τους θυμίζει ότι υπάρχει και άλλος δρόμος από τη σιωπή.
Τη μισούν επειδή δεν μπόρεσαν να τη φοβίσουν.
Τη μισούν επειδή δεν μπόρεσαν να τη μικρύνουν.
Τη μισούν επειδή δεν κατάφεραν να την κλείσουν στο πένθος της.
Και κυρίως τη μισούν επειδή η ύπαρξή της αποδεικνύει πως η αξιοπρέπεια, όταν σηκώνεται όρθια, γίνεται πολιτικό γεγονός.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν έγινε σύμβολο επειδή το επέλεξε. Έγινε σύμβολο επειδή έχασε το παιδί της και αρνήθηκε να χάσει και την αλήθεια.
Και αυτό είναι που δεν της συγχωρούν.
Γιατί σε μια χώρα όπου πολλές φορές σκοτώνεται η μνήμη για να επιβιώσει η ντροπή, εκείνη έκανε το αντίθετο:
κράτησε ζωντανή τη μνήμη, για να μη ζήσει ανενόχλητη η συγκάλυψη.

