Νόθος, μαυριδερός, γιος του «Ίσκου» και της Καραΐσκου.
Βωμολόχος, καυγατζής, βλάσφημος, απείθαρχος. Φυλακισμένος από τον Αλή Πασά, μα και περασμένος κάποτε από τη δούλεψή του. Κλέφτης στα βουνά, παλληκάρι του θρυλικού Κατσαντώνη, άνθρωπος της λάσπης, του αίματος, της φωτιάς και της Ιστορίας.
Δεν γεννήθηκε για να ταιριάξει σε σαλονάκια, ούτε για να τον χωνέψουν οι καθωσπρέπει της εποχής του. Γεννήθηκε για να πολεμά. Για να βρίζει, να χτυπά, να πέφτει και να ξανασηκώνεται. Για να κουβαλά μέσα του όλη την αταξία, την αγριάδα και τη μεγαλοσύνη αυτού του τόπου.
Με τη Γκόλφω απέκτησε παιδιά, μα εκείνη έφυγε νωρίς, αφήνοντάς του πίσω οικογένεια και πληγή. Η μικρή Τουρκοπούλα Μαργώ, που την πήρε κοντά του παιδί, τη βάφτισε χριστιανή, τη φώναξε Ζαφείρω και την κράτησε δίπλα του σαν δικό του άνθρωπο, σαν σκιά του μέσα στη μάχη και στη ζωή. Σε ελάχιστους είχε εμπιστοσύνη. Σε εκείνη, λένε, περισσότερο απ’ όλους.
Κι ύστερα ήρθαν οι δικοί μας. Οι «δικοί μας» που πάντα βρίσκουν τρόπο να πολεμούν τους αληθινούς πολεμιστές όταν δεν μπορούν να τους ελέγξουν. Στο Αιτωλικό, σε μια δίκη που έμεινε στην Ιστορία ως μνημείο πολιτικής μικρότητας, ο Μαυροκορδάτος δεν τον καταδίκασε απλώς. Επιχείρησε να τον απονεκρώσει ηθικά και εθνικά. Να τον αποκόψει από το σώμα των Ελλήνων. Να τον παρουσιάσει σαν μίασμα. Ο πολιτικός αφορισμός που του απηύθυνε δεν ήταν δικαιοσύνη. Ήταν εκδίκηση του κατεστημένου απέναντι σε έναν άνθρωπο που δεν λύγιζε.
Καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία, καθαιρέθηκε, συρμένος πάνω σε ξύλινο κρεβάτι, καθώς η φθίση τον κατέτρωγε και οι πόνοι δεν τον άφηναν ούτε να σταθεί. Και όμως, ακόμη έτσι, μισοπεθαμένος, δεν παραδόθηκε. Οι ορκισμένοι του τον σήκωσαν και τον πήγαν στη Μονή Προυσού όχι σαν ηττημένο, αλλά σαν πληγωμένο λύκο που θα ξαναβγεί στο κυνήγι.
Έκανε και λάθη. Πήρε μέρος στον δεύτερο εμφύλιο. Το αναγνώρισε. Δεν ήταν άγιος των αγιογραφιών. Ήταν άγιος της πράξης, δηλαδή άνθρωπος με αμαρτήματα, πάθη, οργή, σφάλματα και συνείδηση. Κι όταν ήρθε η ώρα, στάθηκε εκεί που έπρεπε να σταθεί: στην Αράχωβα, στην Ακρόπολη, στο Κερατσίνι, στο πεδίο όπου κρίνεται όχι η καθαρότητα των προθέσεων, αλλά η σωτηρία ενός έθνους.
Έγινε αρχιστράτηγος, μα ούτε τότε τον άφησαν ήσυχο. Τον υποχρέωσαν να συμπράξει με τον Κόχραν, παρά τις ρητές του αντιρρήσεις για την ανεπάρκεια και την επιπολαιότητα των σχεδιασμών. Ο Ανάλατος ήρθε να επιβεβαιώσει με αίμα αυτό που ο Καραϊσκάκης έβλεπε καθαρά: ότι οι πόζες των «μεγάλων» και οι φανφάρες των ξένων πληρώνονται από τους λαούς με νεκρούς.
Και ύστερα, 23 Απριλίου 1827. Μια τέτοια μέρα σαν σήμερα. Έπεσε. Επισήμως από εχθρική βολή. Κατά μια επίμονη ιστορική εκδοχή, ίσως κι από φίλιο χέρι. Η σφαίρα, λέγεται, ήρθε από πάνω προς τα κάτω. Η αλήθεια χάθηκε μέσα στον καπνό, όπως συχνά χάνεται η αλήθεια όταν υπάρχουν πολλοί που ωφελούνται από έναν θάνατο. Εκείνο που δεν χάθηκε ήταν ο κλονισμός. Στο άκουσμα της είδησης, το φρόνημα των μαχητών στο Φάληρο λύγισε. Και ο Κολοκοτρώνης, λένε, τον μοιρολόγησε σαν γυναίκα. Γιατί μόνον οι πολύ μεγάλοι θρηνούνται έτσι.
Ούτε μετά θάνατον τον άφησαν στην ησυχία του. Άφησε χρήματα στα παιδιά του, που δεν έφτασαν ποτέ σ’ εκείνα. Τα παιδιά του μεγάλωσαν μέσα στην ένδεια, ενώ ο πατέρας τους είχε γίνει ήδη θρύλος. Ο Όθωνας τού έστησε Ηρώο, η μεταπολεμική Ελλάδα τον επικαλέστηκε, η δικτατορία στάθηκε ανίκανη ακόμη και να διαφυλάξει τα ιερά του οστά, κι ο Σαββόπουλος τον έκανε τραγούδι. Αυτό παθαίνουν οι λαοί με τους ήρωές τους: πρώτα τους κυνηγούν, μετά τους σκοτώνουν, ύστερα τους μαρμαρώνουν και στο τέλος τους τραγουδούν για να ξεπλύνουν την ενοχή τους.
Ο Καραϊσκάκης δεν ήταν καθωσπρέπει. Δεν ήταν σεμνός με τη μικροαστική έννοια. Δεν ήταν ευπρεπισμένος, ούτε βολικός, ούτε «συστημικός». Ήταν όμως αληθινός. Κι ίσως γι’ αυτό παραμένει πιο μεγάλος από όσους τον δίκαζαν, τον συκοφαντούσαν ή τον φοβούνταν. Γιατί ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμά του διαφέρων μπορεί να γίνει άγιος. Ο κατά μόνον το κατεστημένο του διαφέρων γίνεται στόχος.
Σήμερα, του Αγίου Γεωργίου, ας θυμηθούμε και τον άλλο Γιώργη.
Τον Καραϊσκάκη.
Τον Τροπαιοφόρο των ακατέργαστων Ελλήνων.
Τον ήρωα που δεν έμοιαζε με εικόνισμα, αλλά με πληγή.
Και ακριβώς γι’ αυτό έμοιαζε τόσο πολύ με την Ελλάδα.

