Πίσω από τα κόκκινα δάνεια, τις τιτλοποιήσεις και τον “Ηρακλή”, υπάρχει ένα ερώτημα που κανείς δεν θέλει να απαντήσει καθαρά: ποιον ακριβώς εγγυάται το Ελληνικό Δημόσιο;
Η υπόθεση των κόκκινων δανείων δεν είναι πια μόνο τραπεζικό ζήτημα. Δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό, θεσμικό και κοινωνικό.
Γιατί εδώ δεν μιλάμε απλώς για δάνεια που μεταβιβάστηκαν. Δεν μιλάμε μόνο για funds, servicers και πλειστηριασμούς. Μιλάμε για ένα ολόκληρο σύστημα στο οποίο ο πολίτης βλέπει το σπίτι του να κινδυνεύει, ο δανειολήπτης κυνηγιέται μέχρι τελευταίου ευρώ και την ίδια ώρα οι πραγματικοί επενδυτές που βρίσκονται πίσω από τις εταιρείες ειδικού σκοπού παραμένουν αόρατοι.
Σύμφωνα με το κείμενο που δημοσιεύθηκε και αναλύει το ζήτημα των τιτλοποιήσεων, τα κόκκινα δάνεια συγκεντρώθηκαν σε χαρτοφυλάκια, μεταβιβάστηκαν σε εταιρείες ειδικού σκοπού στην Ιρλανδία, τις γνωστές DAC / SPVs, και πάνω σε αυτά εκδόθηκαν ομολογίες υψηλής, μεσαίας και χαμηλής εξασφάλισης. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι μέσω των προγραμμάτων «ΗΡΑΚΛΗΣ», το Ελληνικό Δημόσιο εγγυήθηκε τις ομολογίες υψηλής εξασφάλισης, δηλαδή τα senior notes.
Με απλά λόγια: όταν ο απλός πολίτης δεν μπορεί να πληρώσει, τον κυνηγούν. Όταν όμως το χρηματοπιστωτικό σύστημα χρειάζεται στήριξη, εμφανίζεται το Δημόσιο ως εγγυητής.
Και εδώ αρχίζει το μεγάλο ερώτημα.
Ποιον εγγυάται τελικά το Ελληνικό Δημόσιο;
Εγγυάται τις τράπεζες;
Εγγυάται τις εταιρείες ειδικού σκοπού;
Εγγυάται τους ομολογιούχους;
Εγγυάται επενδυτές που δεν εμφανίζονται καθαρά στο φως;
Ή εγγυάται ένα πλέγμα συμφερόντων που κινείται πίσω από εταιρικά σχήματα, trustees, nominees και καταπιστεύματα;
Το κείμενο αναφέρει ότι το ανεξόφλητο υπόλοιπο των εγγυήσεων του προγράμματος «ΗΡΑΚΛΗΣ», με ημερομηνία 31/12/2025, καταγράφεται στα 17,1 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα του Δημοσίου από τις εγγυήσεις για το 2025 αναφέρονται στα 293,2 εκατ. ευρώ.
Αν όλα πάνε καλά, το Δημόσιο εισπράττει προμήθειες.
Αν όμως τα πράγματα στραβώσουν, οι καταπτώσεις των εγγυήσεων μπορούν να φορτωθούν στο δημόσιο χρέος.
Και τότε ο λογαριασμός θα πάει πάλι εκεί που πηγαίνει πάντα: στον φορολογούμενο.
Την ίδια στιγμή, ο πολίτης που χρωστάει δεν έχει απέναντί του έναν καθαρό συνομιλητή. Έχει απέναντί του servicers. Έχει εταιρείες διαχείρισης. Έχει διαταγές πληρωμής. Έχει πλειστηριασμούς. Έχει δικηγόρους, εξώδικα, τηλεφωνικές πιέσεις, προθεσμίες και απειλές απώλειας περιουσίας.
Ο πολίτης πρέπει να αποδείξει τα πάντα.
Ο δανειολήπτης πρέπει να εμφανίσει εισοδήματα, περιουσία, οικογενειακή κατάσταση, αδυναμία πληρωμής.
Ο μικρός οφειλέτης ξεγυμνώνεται μπροστά στο σύστημα.
Αλλά οι πραγματικοί τελικοί δικαιούχοι πίσω από τις τιτλοποιήσεις;
Εκεί αρχίζει η ομίχλη.
Στο κείμενο αναφέρεται ότι για τιτλοποιήσεις της Τράπεζας Πειραιώς και της Eurobank εμφανίζεται ως αποκλειστικός μέτοχος εταιρειών DAC η Wilmington Trust SP Services Limited, ενώ για τιτλοποιήσεις της Alpha Bank εμφανίζεται η CSC Finance Nominees (Ireland) Limited. Όμως το κρίσιμο σημείο, όπως επισημαίνεται, είναι ότι τέτοιες εταιρείες λειτουργούν ως trustees ή nominees, δηλαδή ως διαχειριστές ή ονομαστικοί κάτοχοι, και όχι κατ’ ανάγκη ως οι πραγματικοί οικονομικοί δικαιούχοι.
Αυτό είναι το πολιτικό σκάνδαλο της υπόθεσης.
Όχι επειδή κάθε τέτοια δομή είναι αυτομάτως παράνομη.
Όχι επειδή κάθε επενδυτής είναι ύποπτος.
Αλλά επειδή το Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να βάζει την εγγύηση του ελληνικού λαού πάνω σε σχήματα των οποίων η τελική ιδιοκτησία δεν είναι πλήρως διαφανής στην κοινωνία.
Δεν γίνεται ο πολίτης να χάνει το σπίτι του με πλήρη ονοματεπώνυμο και ΑΦΜ, αλλά ο τελικός κερδισμένος να κρύβεται πίσω από εταιρικά επίπεδα, νομικές δομές και διεθνή καταπιστεύματα.
Δεν γίνεται ο συνταξιούχος, ο επαγγελματίας, ο άνεργος, η οικογένεια που λύγισε μέσα στην κρίση να αντιμετωπίζονται ως αριθμοί σε χαρτοφυλάκια, ενώ οι επενδυτές των χαρτοφυλακίων να αντιμετωπίζονται ως αόρατες οντότητες.
Δεν γίνεται το κράτος να είναι αμείλικτο με τον μικρό και γενναιόδωρο με το μεγάλο σύστημα.
Η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει.
Ποιοι αγοράζουν τα δάνεια;
Ποιοι κατέχουν τις ομολογίες;
Ποιοι εισπράττουν από τις ανακτήσεις;
Ποιοι ωφελούνται από τις εγγυήσεις;
Ποιοι κερδίζουν όταν ένας πλειστηριασμός ολοκληρώνεται;
Ποιοι βρίσκονται πίσω από τους trustees και τους nominees;
Αν η απάντηση είναι «δεν χρειάζεται να ξέρετε», τότε έχουμε πρόβλημα δημοκρατίας.
Γιατί το Δημόσιο δεν είναι ιδιωτικό ταμείο διάσωσης χρηματοπιστωτικών σχημάτων. Το Δημόσιο υπάρχει για να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον. Και δημόσιο συμφέρον δεν είναι μόνο η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών. Είναι και η προστασία της κοινωνικής συνοχής. Είναι και η διαφάνεια. Είναι και η λογοδοσία. Είναι και η δίκαιη μεταχείριση των πολιτών.
Στην Ελλάδα της κρίσης, οι πολίτες πλήρωσαν ανακεφαλαιοποιήσεις. Πλήρωσαν φόρους. Πλήρωσαν περικοπές. Πλήρωσαν μνημόνια. Πλήρωσαν την κατάρρευση εισοδημάτων και περιουσιών.
Και τώρα καλούνται να δεχθούν ότι το κράτος μπορεί να εγγυάται δισεκατομμύρια σε τίτλους που συνδέονται με κόκκινα δάνεια, ενώ οι ίδιοι οι δανειολήπτες βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν μηχανισμό χωρίς πρόσωπο.
Αυτό δεν είναι κανονικότητα.
Είναι θεσμική ανισορροπία.
Η κυβέρνηση, οι τράπεζες, οι εποπτικές αρχές και η Τράπεζα της Ελλάδος οφείλουν να απαντήσουν καθαρά:
Ποιο είναι το πλήρες πλαίσιο διαφάνειας για τους τελικούς δικαιούχους αυτών των σχημάτων;
Ποιες εγγυήσεις έχει το Δημόσιο ότι δεν αναλαμβάνει κινδύνους υπέρ αδιαφανών επενδυτικών συμφερόντων;
Ποιος ελέγχει τους servicers;
Ποιος ελέγχει τις πρακτικές τους;
Ποιος προστατεύει τον δανειολήπτη από την αυθαιρεσία;
Ποιος ενημερώνει την κοινωνία για τον πραγματικό κίνδυνο των κρατικών εγγυήσεων;
Γιατί μέχρι σήμερα, το μήνυμα που φτάνει στον πολίτη είναι απλό και εξοργιστικό:
Οι servicers κυνηγούν.
Το Δημόσιο εγγυάται.
Οι πραγματικοί ιδιοκτήτες κρύβονται.
Και ο πολίτης πληρώνει.
Αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς πολιτικό κόστος και χωρίς θεσμικό έλεγχο.
Η χώρα χρειάζεται διαφάνεια τώρα. Όχι γενικόλογες απαντήσεις. Όχι τεχνικές υπεκφυγές. Όχι τραπεζική γλώσσα που κρύβει την ουσία πίσω από αγγλικούς όρους.
Χρειάζεται καθαρή απάντηση στο πιο απλό ερώτημα:
Όταν το Ελληνικό Δημόσιο βάζει την υπογραφή του ως εγγυητής, ποιος ακριβώς βρίσκεται από την άλλη πλευρά του τραπεζιού;

