Την ώρα που η Ελλάδα εξάγει το μεσημεριανό πλεόνασμα των φωτοβολταϊκών σε εξευτελιστικές τιμές, οι βουλγαρικές μπαταρίες το αποθηκεύουν και το αξιοποιούν το βράδυ. Εμείς περιμένουμε ακόμη τα έργα που… έρχονται.
Η είδηση παρουσιάστηκε σχεδόν ως ενεργειακό θαύμα: «Οι μπαταρίες της Βουλγαρίας σώζουν την ελληνική αγορά από τιμές 340 ευρώ ανά μεγαβατώρα».
Μας «σώζει», λοιπόν, η Βουλγαρία. Αφού προηγουμένως αγοράζει φθηνή ενέργεια τις ώρες κατά τις οποίες η Ελλάδα πνίγεται από την παραγωγή των φωτοβολταϊκών, τη διοχετεύει στις μπαταρίες της και την επαναφέρει στην αγορά όταν πέσει ο ήλιος και οι τιμές ανεβαίνουν.
Δεν υπάρχει φυσικά κάποιο βουλγαρικό φιλανθρωπικό ίδρυμα ηλεκτρικής ενέργειας. Υπάρχει επένδυση, σχεδιασμός και ένα κράτος που αντιλήφθηκε εγκαίρως ότι οι Ανανεώσιμες Πηγές χωρίς αποθήκευση παράγουν πλεόνασμα το μεσημέρι και έλλειμμα το βράδυ.
Η Ελλάδα έβαλε πρώτα τα φωτοβολταϊκά και άφησε τις μπαταρίες για… αργότερα.
Φθηνά το μεσημέρι, ακριβά το βράδυ
Η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας, η μεγάλη παραγωγή των ελληνικών φωτοβολταϊκών πιέζει τη χονδρεμπορική τιμή προς το μηδέν — ορισμένες φορές ακόμη και σε αρνητικά επίπεδα.
Επειδή η χώρα δεν διαθέτει επαρκή λειτουργική αποθήκευση, μέρος της παραγόμενης ενέργειας περικόπτεται και μέρος εξάγεται προς τη Βουλγαρία.
Οι βουλγαρικές εγκαταστάσεις φορτίζουν όταν το ρεύμα είναι φθηνό και εκφορτίζουν μετά τη δύση του ηλίου. Τότε που η Ελλάδα χρειάζεται ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου και εισαγωγές για να καλύψει τη ζήτηση.
Δεν επιστρέφουν υποχρεωτικά στη χώρα οι ίδιες ακριβώς ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Οικονομικά, όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει: η Ελλάδα παραδίδει το φθηνό μεσημεριανό πλεόνασμα και αγοράζει απογευματινή και βραδινή ευελιξία σε υψηλότερη τιμή.
Οι τιμές των 340 ευρώ ανά μεγαβατώρα καταγράφηκαν στη Ρουμανία. Η Βουλγαρία απέφυγε σε μεγάλο βαθμό τη μετάδοσή τους χάρη τόσο στις μπαταρίες όσο και στην προσωρινή αποσύνδεση των αγορών λόγω περιορισμών στις διασυνοριακές μεταφορές. Από αυτή την εξέλιξη προστατεύθηκε τελικά και η Ελλάδα.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει: γιατί η Ελλάδα πρέπει να περιμένει τη βουλγαρική αποθήκευση και τις διασυνοριακές συγκυρίες για να αποφύγει τις ακραίες τιμές;
Η Βουλγαρία κατασκεύαζε – Η Ελλάδα σχεδίαζε
Η Βουλγαρία προχώρησε σε υποδομές αποθήκευσης συνολικής ωφέλιμης χωρητικότητας 3.000 MWh, με χρηματοδότηση, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και καθορισμένο στόχο.
Στην Ελλάδα ακούμε εδώ και χρόνια για διαγωνισμούς, αδειοδοτήσεις, όρους σύνδεσης και τεράστιες «δεξαμενές» υποψήφιων επενδύσεων. Ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει περίπου 1,5 GW μπαταριών μέσα στο 2027 και συνολικά 3 GW έως το τέλος του 2028.
Μέχρι τότε, όμως, οι περικοπές της πράσινης παραγωγής συνεχίζονται, το φθηνό πλεόνασμα φεύγει στο εξωτερικό και το βράδυ ενεργοποιούνται οι ακριβότερες μονάδες.
Η χώρα δεν στερείται ήλιου, αέρα, επενδυτικού ενδιαφέροντος ή ευρωπαϊκών κονδυλίων. Στερείται συγχρονισμένου ενεργειακού σχεδιασμού.
Και ενώ άλλοι αποθηκεύουν ενέργεια, εμείς αποθηκεύουμε εξαγγελίες.
Η δικαιολογία περί «ακριβών μπαταριών» καταρρέει
Η επίκληση του υψηλού κόστους δεν μπορεί πλέον να αποτελεί άλλοθι. Οι μέσες τιμές των συστημάτων αποθήκευσης με μπαταρίες έχουν υποχωρήσει θεαματικά, φτάνοντας το 2025 περίπου στο ένα τρίτο των επιπέδων του 2020.
Βεβαίως, οι μπαταρίες απαιτούν κεφάλαια, δίκτυα και σαφείς κανόνες λειτουργίας. Ακριβές, όμως, ήταν και για τη Βουλγαρία.
Η διαφορά είναι ότι εκεί αντιμετωπίστηκαν ως κρίσιμη ενεργειακή υποδομή, ενώ εδώ παρέμειναν για χρόνια σε παρουσιάσεις, ημερίδες, εξαγγελίες και φακέλους αδειοδοτήσεων.
Ακριβό δεν είναι μόνο να κατασκευάζεις αποθήκευση. Ακριβότερο είναι να χαρίζεις την ενέργεια όταν περισσεύει και να την αγοράζεις όταν σου λείπει.
Το χρηματιστήριο και η ακριβότερη μονάδα
Η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί με το σύστημα της οριακής τιμολόγησης. Η ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται κάθε ώρα για να καλυφθεί η ζήτηση επηρεάζει την κοινή τιμή εκκαθάρισης της αγοράς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παραγωγός ΑΠΕ εισπράττει αυτομάτως και σε όλες τις περιπτώσεις την υψηλότερη τιμή, καθώς υπάρχουν συμβάσεις, σταθερές αποζημιώσεις και διαφορετικοί μηχανισμοί. Σημαίνει, όμως, ότι όταν το βράδυ μπαίνει στο σύστημα το ακριβό φυσικό αέριο, η χονδρεμπορική τιμή μπορεί να εκτοξευθεί.
Η αποθήκευση ακριβώς αυτό περιορίζει: μεταφέρει το φθηνό μεσημεριανό ρεύμα στις ακριβές βραδινές ώρες και μειώνει την ανάγκη λειτουργίας των ακριβότερων μονάδων.
Γι’ αυτό και η απουσία επαρκούς αποθήκευσης δεν είναι κάποιο τεχνικό λαθάκι. Είναι πολιτική και οικονομική επιλογή με συγκεκριμένους κερδισμένους και έναν μόνιμα χαμένο: τον καταναλωτή.
Απολιγνιτοποίηση χωρίς δίχτυ ασφαλείας
Το πραγματικό πολιτικό ζήτημα δεν είναι αν η χώρα έπρεπε να παραμείνει αιώνια στον λιγνίτη. Είναι γιατί η απολιγνιτοποίηση επιταχύνθηκε χωρίς να έχουν προηγηθεί η αποθήκευση, η αναβάθμιση των δικτύων και η επαρκής εγχώρια εφεδρεία.
Αποσύρθηκε εγχώρια παραγωγική δυνατότητα πριν δημιουργηθεί το σύστημα που θα την αντικαθιστούσε με ασφάλεια και σταθερότητα.
Έτσι, αντί η εξάρτηση από τον λιγνίτη να αντικατασταθεί από πραγματική ενεργειακή αυτονομία, αντικαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από φυσικό αέριο, διεθνείς τιμές και εισαγωγές.
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας παραμένει εξαιρετικά υψηλή. Και όσο η χώρα δεν μπορεί να αποθηκεύσει την ενέργεια που η ίδια παράγει, τόσο θα εξαρτάται από τις διαθέσεις των αγορών, των εισαγωγέων και των γειτονικών συστημάτων.
Το σκάνδαλο, επομένως, δεν είναι ότι η Βουλγαρία αξιοποιεί έξυπνα τις μπαταρίες της. Καλά κάνει.
Το σκάνδαλο είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ήλιο, αέρα, παραγωγή και χρηματοδοτικά εργαλεία, αλλά εξακολουθεί να πληρώνει άλλους για την αποθήκευση που δεν φρόντισε να αποκτήσει εγκαίρως.
Και στο τέλος ο λογαριασμός δεν πηγαίνει ούτε στους υπουργούς ούτε στους ενεργειακούς ομίλους.
Πηγαίνει, όπως πάντα, στον Έλληνα καταναλωτή.

