Η απεξάρτηση δεν είναι μονόδρομος, δεν είναι τιμωρία, δεν είναι αριθμός σε φάκελο. Είναι δικαίωμα ζωής.
Στο νέο επεισόδιο του Monday’s Diary Roundtable, ο ράπερ Novel 729, η ψυχίατρος και πρώην διευθύντρια της Μονάδας Απεξάρτησης 18 ΑΝΩ, Κατερίνα Μάτσα, και ο κοινωνιολόγος, μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Εργαζομένων του ΕΟΠΑΕ, Δημήτρης Γιαννάτος, συζητούν με τον Γιώργο Λέντζα για τις ιστορίες εθισμού, πτώσης, επιβίωσης και απεξάρτησης.
Πίσω από τη φράση «το εξαρτημένο άτομο πρέπει να επιλέξει το πρόγραμμα που του ταιριάζει» κρύβεται ολόκληρη η ουσία της μάχης απέναντι στις εξαρτήσεις: κανένας άνθρωπος δεν σώζεται με καλούπια. Κανείς δεν θεραπεύεται επειδή το κράτος, η κοινωνία ή η γραφειοκρατία αποφάσισαν ποια είναι η «σωστή» διαδρομή για όλους.
Η εξάρτηση δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα
Για πολλά χρόνια η κοινωνία αντιμετώπισε τον εξαρτημένο άνθρωπο σαν να είναι ένοχος πριν ακόμη ακουστεί η ιστορία του.
Σαν να πρόκειται για κάποιον που «τα ήθελε και τα έπαθε».
Σαν να μην υπάρχει πίσω από τη χρήση πόνος, τραύμα, μοναξιά, ψυχική δυσκολία, οικογενειακή διάλυση, κοινωνικός αποκλεισμός ή μια διαρκής αίσθηση ότι ο κόσμος δεν τον χωρά.
Αυτή είναι η πιο βολική και η πιο απάνθρωπη ανάγνωση.
Γιατί η εξάρτηση δεν είναι απλώς μια «κακή συνήθεια». Δεν είναι μια ηθική εκτροπή που διορθώνεται με κήρυγμα. Είναι μια σύνθετη ανθρώπινη, ψυχική, κοινωνική και συχνά ταξική πραγματικότητα. Και όποιος τη βλέπει μόνο ως προσωπική αποτυχία, ουσιαστικά αρνείται να δει τον άνθρωπο.
Εκεί βρίσκεται και η αξία τέτοιων συζητήσεων. Ότι σπάνε τη σιωπή. Φέρνουν στο τραπέζι όχι μόνο τη θεωρία, αλλά και τη βιωμένη εμπειρία, την επιστημονική γνώση, την κοινωνική διάσταση και την πραγματικότητα των θεραπευτικών δομών.
Δεν υπάρχει ένα πρόγραμμα για όλους
Η φράση «το εξαρτημένο άτομο πρέπει να επιλέξει το πρόγραμμα που του ταιριάζει» δεν είναι απλώς μια ανθρώπινη διατύπωση. Είναι θέση αρχής.
Γιατί δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι.
Δεν έχουν όλοι την ίδια διαδρομή.
Δεν έχουν όλοι την ίδια ψυχική κατάσταση.
Δεν έχουν όλοι την ίδια οικογενειακή στήριξη.
Δεν έχουν όλοι την ίδια σχέση με την ουσία, με το σώμα τους, με τον φόβο τους, με την υποτροπή, με την ελπίδα.
Άλλος χρειάζεται στεγνό πρόγραμμα.
Άλλος χρειάζεται διαφορετικό θεραπευτικό πλαίσιο.
Άλλος χρειάζεται ψυχιατρική υποστήριξη παράλληλα με την απεξάρτηση.
Άλλος χρειάζεται κοινότητα.
Άλλος χρειάζεται χρόνο.
Άλλος χρειάζεται να ξαναδοκιμάσει, ακόμη κι αν απέτυχε πριν.
Και εδώ είναι το μεγάλο ζήτημα: η αποτυχία μιας προσπάθειας δεν σημαίνει αποτυχία του ανθρώπου. Σημαίνει ότι χρειάζεται άλλη προσέγγιση, περισσότερη στήριξη, διαφορετικό πλαίσιο, ίσως άλλη θεραπευτική σχέση.
Η απεξάρτηση δεν είναι εξεταστικό κέντρο. Δεν είναι «πέρασες ή κόπηκες». Είναι μια διαδρομή με πισωγυρίσματα, με πτώσεις, με μικρές νίκες, με στιγμές αδυναμίας και στιγμές βαθιάς δύναμης.
Τι σημαίνει πραγματικά «να επιλέξει το πρόγραμμα που του ταιριάζει»
Σημαίνει ότι ο εξαρτημένος άνθρωπος δεν αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο διαχείρισης.
Σημαίνει ότι ακούγεται.
Σημαίνει ότι αξιολογείται ολόπλευρα.
Σημαίνει ότι δεν μπαίνει βίαια σε ένα θεραπευτικό μοντέλο μόνο και μόνο επειδή αυτό βολεύει διοικητικά.
Σημαίνει ότι η θεραπεία δεν ξεκινά από την ανάγκη του συστήματος, αλλά από την ανάγκη του ανθρώπου.
Γιατί άλλο πράγμα είναι η θεραπευτική επιλογή και άλλο η γραφειοκρατική ταξινόμηση.
Άλλο πράγμα είναι η ελευθερία μέσα στη θεραπεία και άλλο η μετατροπή της απεξάρτησης σε μηχανισμό ελέγχου.
Το στίγμα είναι δεύτερη φυλακή
Ο εθισμός φυλακίζει. Αλλά πολλές φορές η κοινωνία χτίζει γύρω από τον εξαρτημένο άνθρωπο μια δεύτερη φυλακή: το στίγμα.
Το στίγμα που λέει «δεν αξίζεις».
Το στίγμα που λέει «είσαι τελειωμένος».
Το στίγμα που λέει «μην πλησιάζεις».
Το στίγμα που λέει «εσύ φταις για όλα».
Και κάπως έτσι, ο άνθρωπος που χρειάζεται βοήθεια, ντρέπεται να τη ζητήσει. Ο άνθρωπος που χρειάζεται θεραπεία, φοβάται να εμφανιστεί. Ο άνθρωπος που χρειάζεται μια πόρτα ανοιχτή, βρίσκει μπροστά του βλέμματα κλειστά.
Αυτή είναι η πιο ύπουλη μορφή κοινωνικής βίας: να ζητάμε από κάποιον να σωθεί, αφού πρώτα του έχουμε αφαιρέσει την αξιοπρέπεια.
Κανείς δεν θεραπεύεται μέσα στην ταπείνωση.
Κανείς δεν σηκώνεται όρθιος όταν όλοι τον πατούν κάτω.
Κανείς δεν ξαναχτίζει ζωή όταν του έχουν πει ότι δεν δικαιούται δεύτερη αρχή.
Η φωνή της εμπειρίας έχει βάρος
Η παρουσία ενός καλλιτέχνη όπως ο Novel 729 σε μια τέτοια συζήτηση δεν είναι διακοσμητική. Έχει σημασία.
Γιατί η τέχνη, ειδικά η ραπ, πολλές φορές μίλησε για όσα η επίσημη κοινωνία δεν ήθελε να κοιτάξει: τη μοναξιά, την πτώση, την παραβατικότητα, την εγκατάλειψη, την αυτοκαταστροφή, την ανάγκη να ακουστεί μια φωνή από τα κάτω.
Από την άλλη, η Κατερίνα Μάτσα εκπροσωπεί μια ολόκληρη σχολή σκέψης γύρω από την απεξάρτηση: την πίστη ότι ο εξαρτημένος άνθρωπος δεν είναι χαμένη υπόθεση, αλλά υποκείμενο που μπορεί να ξαναπάρει τη ζωή του στα χέρια του.
Και η παρέμβαση του Δημήτρη Γιαννάτου, από την πλευρά των εργαζομένων, φέρνει στο προσκήνιο κάτι που συχνά ξεχνιέται: καμία πολιτική απεξάρτησης δεν μπορεί να σταθεί χωρίς ανθρώπους μέσα στις δομές. Χωρίς θεραπευτές. Χωρίς κοινωνικούς λειτουργούς. Χωρίς ψυχιάτρους. Χωρίς εργαζόμενους που σηκώνουν καθημερινά το βάρος της ανθρώπινης αγωνίας.
Τι δεν πρέπει να γίνει η απεξάρτηση
Η απεξάρτηση δεν πρέπει να γίνει αριθμός σε excel.
Δεν πρέπει να γίνει οργανόγραμμα.
Δεν πρέπει να γίνει διοικητική συγχώνευση χωρίς ψυχή.
Δεν πρέπει να γίνει μηχανισμός «τακτοποίησης» ανθρώπων.
Δεν πρέπει να γίνει πολιτική βιτρίνα.
Γιατί όταν το κράτος βλέπει τον εξαρτημένο άνθρωπο μόνο ως «περίπτωση προς διαχείριση», τότε χάνει την ουσία.
Και η ουσία είναι μία: εδώ δεν μετράμε φακέλους. Μετράμε ζωές.
Οι δημόσιες δομές δεν είναι πολυτέλεια
Σε μια σοβαρή κοινωνία, η απεξάρτηση δεν μπορεί να αφήνεται στην τύχη, στην τσέπη, στη φιλανθρωπία ή στην αντοχή της κάθε οικογένειας.
Οι δημόσιες δομές απεξάρτησης είναι αναγκαίες. Όχι επειδή είναι «κρατικές», αλλά επειδή πρέπει να είναι προσβάσιμες. Επειδή ο άνθρωπος που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού δεν μπορεί να περιμένει λίστες, γνωριμίες, χρήματα ή «ευνοϊκές συγκυρίες».
Χρειάζεται άμεση πρόσβαση.
Χρειάζεται συνέχεια.
Χρειάζεται θεραπευτική σχέση.
Χρειάζεται αξιοπρέπεια.
Χρειάζεται επιλογές.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική ευθύνη. Όχι στα λόγια περί «ευαισθησίας», αλλά στο αν υπάρχουν πραγματικές δομές, πραγματικό προσωπικό, πραγματικά προγράμματα, πραγματική στήριξη μετά τη θεραπεία.
Γιατί απεξάρτηση δεν είναι μόνο να σταματήσει κάποιος τη χρήση. Είναι να μπορέσει να ζήσει μετά. Να εργαστεί. Να στεγαστεί. Να ξαναχτίσει σχέσεις. Να μη γυρίσει στο ίδιο κοινωνικό κενό που τον έσπρωξε στην άβυσσο.
Η υποτροπή δεν είναι ήττα — είναι σήμα κινδύνου
Μια από τις πιο σκληρές και άδικες αντιλήψεις γύρω από την απεξάρτηση είναι ότι η υποτροπή ακυρώνει τα πάντα.
Δεν τα ακυρώνει.
Η υποτροπή δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος «δεν ήθελε». Δεν σημαίνει ότι «δεν προσπάθησε». Δεν σημαίνει ότι «δεν άξιζε». Σημαίνει ότι κάτι δεν άντεξε. Κάτι έσπασε. Κάτι χρειάζεται ξανά φροντίδα.
Η κοινωνία που αντιμετωπίζει την υποτροπή ως ντροπή, σπρώχνει τον άνθρωπο πιο βαθιά στη σιωπή. Η κοινωνία που την αντιμετωπίζει ως σήμα κινδύνου, μπορεί να τον ξαναφέρει πίσω.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια τιμωρητική κοινωνία και σε μια κοινωνία που θέλει πραγματικά να θεραπεύσει.
Τι χρειάζεται ένας άνθρωπος για να σταθεί ξανά
Δεν χρειάζεται μόνο αποτοξίνωση.
Χρειάζεται νόημα.
Δεν χρειάζεται μόνο παρακολούθηση.
Χρειάζεται σχέση.
Δεν χρειάζεται μόνο πρόγραμμα.
Χρειάζεται κοινότητα.
Δεν χρειάζεται μόνο κανόνες.
Χρειάζεται εμπιστοσύνη.
Δεν χρειάζεται μόνο να κόψει την ουσία.
Χρειάζεται να ξαναβρεί λόγο να ζήσει χωρίς αυτήν.
Η απεξάρτηση είναι βαθιά πολιτικό ζήτημα
Όποιος νομίζει ότι η απεξάρτηση είναι μόνο ιατρικό θέμα, δεν έχει καταλάβει τίποτα.
Είναι και ιατρικό.
Είναι και ψυχιατρικό.
Είναι και κοινωνικό.
Είναι και ταξικό.
Είναι και οικογενειακό.
Είναι και πολιτικό.
Γιατί οι εξαρτήσεις δεν γεννιούνται στο κενό. Γεννιούνται μέσα σε κοινωνίες πίεσης, ανισότητας, μοναξιάς, φτώχειας, απόρριψης, ψυχικού πόνου και έλλειψης προοπτικής.
Όταν ένας νέος άνθρωπος αισθάνεται ότι δεν έχει μέλλον, όταν ένας εργαζόμενος διαλύεται από την πίεση, όταν μια οικογένεια καταρρέει οικονομικά, όταν ένας άνθρωπος παλεύει με αόρατο ψυχικό βάρος και δεν βρίσκει στήριξη, τότε η εξάρτηση δεν πέφτει από τον ουρανό.
Δεν είναι δικαιολογία. Είναι εξήγηση. Και χωρίς εξήγηση, δεν υπάρχει θεραπεία. Υπάρχει μόνο καταδίκη.
Από τον άνθρωπο ξεκινά η θεραπεία
Το πιο σημαντικό μήνυμα αυτής της συζήτησης είναι ότι η απεξάρτηση δεν μπορεί να σχεδιάζεται ερήμην των ανθρώπων που τη χρειάζονται.
Δεν μπορεί ο εξαρτημένος να είναι απών από την απόφαση που αφορά τη ζωή του.
Δεν μπορεί να του λένε «αυτό σου ταιριάζει» χωρίς να τον έχουν ακούσει.
Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παθητικός δέκτης οδηγιών.
Δεν μπορεί να του ζητούν να εμπιστευτεί ένα σύστημα που δεν τον εμπιστεύεται ως άνθρωπο.
Η θεραπεία δεν είναι διαταγή.
Είναι σχέση.
Και η σχέση θέλει σεβασμό, χρόνο, εμπιστοσύνη και επιλογή.
Το εξαρτημένο άτομο δεν είναι σκιά. Δεν είναι στατιστικό. Δεν είναι ντροπή της οικογένειας. Δεν είναι πρόβλημα προς εξαφάνιση από την πλατεία, το σπίτι, τη γειτονιά, την κοινωνία.
Είναι άνθρωπος.
Και αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για απεξάρτηση, πρέπει πρώτα να σταματήσουμε να μιλάμε σαν δικαστές.
Το εξαρτημένο άτομο πρέπει να επιλέξει το πρόγραμμα που του ταιριάζει, γιατί μόνο έτσι μπορεί να ξαναβρεί τον εαυτό του. Όχι ως αριθμός σε δομή. Όχι ως περιστατικό σε φάκελο. Όχι ως «χαμένη υπόθεση».
Αλλά ως ζωή που ακόμη μπορεί να σωθεί.
Και αυτή είναι η ευθύνη μιας κοινωνίας που θέλει να λέγεται ανθρώπινη:
να μην πετάει τους ευάλωτους στο σκοτάδι και μετά να απορεί γιατί δεν βρίσκουν τον δρόμο της επιστροφής.

