Δεν απαξιώθηκε τυχαία η δημοσιογραφία στα μάτια της κοινωνίας. Δεν την διέλυσε μόνο η ταχύτητα, ούτε τα social media, ούτε η Τεχνητή Νοημοσύνη. Τη διέλυσε πρώτα απ’ όλα η ίδια η παραίτησή της από τον ρόλο της. Τη διέλυσε η στιγμή που ένα κομμάτι του δημοσιογραφικού κόσμου σταμάτησε να ελέγχει την εξουσία και άρχισε να την υπηρετεί. Όταν άφησε το ρεπορτάζ και φόρεσε τα άμφια του αυλικού.
Η ενημέρωση πνίγηκε μέσα σε έναν θόρυβο από copy paste, μισές αλήθειες, πρόχειρες αναπαραγωγές και κατευθυνόμενα αφηγήματα. Το κοινό βομβαρδίζεται καθημερινά με πληροφορίες, αλλά σπανίως οδηγείται στην ουσία. Μαθαίνει πολλά και καταλαβαίνει λίγα. Βλέπει τίτλους, εικόνες, κραυγές και «έκτακτα», αλλά όλο και πιο δύσκολα συναντά πραγματική δημοσιογραφία: αυτή που ψάχνει, διασταυρώνει, συγκρούεται, επιμένει.
Το πιο επικίνδυνο, όμως, δεν είναι η επιφανειακότητα. Είναι η κανονικοποίηση της υποτέλειας. Είναι η στιγμή που το λιβάνισμα βαφτίζεται «αντικειμενικότητα», που η σιωπή βαφτίζεται «υπευθυνότητα», που η αποφυγή των δύσκολων θεμάτων παρουσιάζεται ως «ισορροπία». Δεν είναι ισορροπία να κρύβεις την αλήθεια για να μη δυσαρεστήσεις αφεντικά, διαφημιστές, κόμματα ή κέντρα ισχύος. Είναι συνενοχή.
Και ύστερα έρχεται η υποκρισία. Οι ίδιοι που αναρωτιούνται γιατί ο κόσμος δεν εμπιστεύεται τους δημοσιογράφους, είναι συχνά εκείνοι που μετέτρεψαν τα δελτία, τα πάνελ και τις ιστοσελίδες σε μηχανισμούς γραμμής. Όταν ο πολίτης βλέπει δημοσιογράφους να ξεπλένουν εξουσίες, να κουκουλώνουν ευθύνες, να παριστάνουν τους ουδέτερους μπροστά στην αδικία και τους θαρραλέους μόνο απέναντι στους ανίσχυρους, δεν χάνει απλώς την εμπιστοσύνη του. Σιχαίνεται.
Η δημοσιογραφία δεν οφείλει να είναι άχρωμη, άψυχη και αποστειρωμένη. Οφείλει να είναι τίμια. Να ξεχωρίζει καθαρά την είδηση από τη γνώμη. Να μη μπερδεύει την ιδεολογική προτίμηση με την παραποίηση. Να μην τηρεί ίσες αποστάσεις ανάμεσα στον θύτη και το θύμα μόνο και μόνο για να πουλήσει ουδετερότητα. Γιατί υπάρχουν στιγμές που η δήθεν ουδετερότητα είναι το πιο χυδαίο πρόσωπο της συνενοχής.
Αν κάτι σαπίζει σήμερα στον χώρο των ΜΜΕ, δεν είναι μόνο τα οικονομικά αδιέξοδα, οι χαμηλοί μισθοί και η εργασιακή εξόντωση — όσο πραγματικά κι αν είναι. Είναι ότι ένα κομμάτι της δημοσιογραφίας συνήθισε να ζει γονατιστό. Συνήθισε να μη ρωτά πολύ, να μην ανοίγει φακέλους που «καίνε», να μην ακουμπά ό,τι ενοχλεί. Και όπου η αυτολογοκρισία γίνεται δεύτερη φύση, εκεί η δημοσιογραφία παύει να είναι λειτούργημα και γίνεται διακόσμηση του συστήματος.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται δημοσιογράφους-λιβανιστήρια. Δεν χρειάζεται πρόθυμους διαμεσολαβητές της προπαγάνδας. Χρειάζεται ανθρώπους που να αντέχουν την πίεση της αλήθειας και να μη γονατίζουν μπροστά στην εξουσία.
Γιατί από τη στιγμή που ο δημοσιογράφος παύει να ενοχλεί, παύει και να είναι δημοσιογράφος. Γίνεται υπάλληλος του ψεύδους με επαγγελματική ταυτότητα.

