Η καταγγελλόμενη επίθεση κατά της Τίνας Μανδηλαρά για το άρθρο της γύρω από το «Γκιακ» φωτίζει μια βαθύτερη κοινωνική παθολογία: άλλο ο αντίλογος και άλλο η απόπειρα ηθικής και επαγγελματικής εξόντωσης εκείνου με τον οποίο διαφωνούμε
Το παλιό καφενείο είχε φωνές, καβγάδες, αυθεντική λαϊκή σοφία, υπερβολές και ανθρώπους που υπερασπίζονταν μέχρι τελικής πτώσεως μια ομάδα, έναν πολιτικό ή μια άποψη.
Το σημερινό ψηφιακό καφενείο έχει όλα τα παραπάνω, αλλά διαθέτει επιπλέον ένα όπλο που το παλιό δεν είχε: τη δυνατότητα να μετατρέπει μέσα σε λίγα λεπτά μια προσωπική διαφωνία σε δημόσιο διασυρμό με απεριόριστο ακροατήριο.
Μια ανάρτηση αρκεί. Ένα στιγμιότυπο οθόνης, ένας υπαινιγμός, μια βαριά ταμπέλα και μερικές δεκάδες εξαγριωμένα σχόλια. Ξαφνικά δεν συζητείται πλέον τι έγραψε κάποιος, αλλά τι άνθρωπος «είναι», ποιον δήθεν υπηρετεί, ποιο συμφέρον υποτίθεται ότι κρύβεται πίσω από τις λέξεις του και γιατί πρέπει να απαξιωθεί συνολικά.
Η ελευθερία του λόγου παύει τότε να λειτουργεί ως δικαίωμα διαφωνίας. Μετατρέπεται σε άλλοθι ανθρωποφαγίας.
Η αφορμή με το «Γκιακ»
Η νέα αφορμή προέκυψε από το άρθρο της δημοσιογράφου και κριτικού βιβλίου Τίνας Μανδηλαρά στη LiFO, που δημοσιεύθηκε στις 14 Αυγούστου 2026, με θέμα τη διαδρομή και την επίδραση της συλλογής διηγημάτων «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου.
Στο κείμενό της, η Μανδηλαρά υποστηρίζει ότι το βιβλίο δεν αποτέλεσε μόνο μια μεγάλη εκδοτική επιτυχία, αλλά επηρέασε ουσιαστικά τη νεότερη ελληνική πεζογραφία, ενισχύοντας τη στροφή προς την τοπική μνήμη, την προφορικότητα και τη διάλεκτο. Παράλληλα, αναφέρεται στον ρόλο των μικρών εκδοτικών οίκων και στη δυνατότητα ενός απαιτητικού έργου να συναντήσει ευρύ αναγνωστικό κοινό.
Η άποψη αυτή ασφαλώς μπορεί να αμφισβητηθεί. Μπορεί κάποιος να θεωρεί υπερβολικό τον χαρακτηρισμό του «Γκιακ» ως κομβικού βιβλίου της εικοσαετίας. Μπορεί να υποστηρίξει ότι προηγήθηκαν άλλα έργα, ότι παραλείφθηκαν συγγραφείς ή ότι η χαρτογράφηση της λογοτεχνικής επιρροής χρειάζεται διαφορετικά κριτήρια.
Αυτή είναι η ουσία της κριτικής: επιχειρήματα απέναντι σε επιχειρήματα.
Σύμφωνα, όμως, με δημόσια παρέμβαση συναδέλφου της, η αντίδραση που ακολούθησε από συγγραφέα δεν έμεινε στην αξιολόγηση του άρθρου. Φέρεται να στράφηκε προσωπικά κατά της δημοσιογράφου, αποδίδοντάς της σκοπιμότητες και επιχειρώντας να πλήξει συνολικά την επαγγελματική της αξιοπιστία.
Χωρίς το πλήρες κείμενο της επίμαχης ανάρτησης δεν είναι δημοσιογραφικά ορθό να αναπαραχθούν χαρακτηρισμοί, να αποδοθούν προθέσεις ή να εκδοθεί απόφαση για τη συγκεκριμένη αντιπαράθεση. Το ουσιαστικό ζήτημα, όμως, παραμένει: πότε η σκληρή κριτική παύει να αφορά ένα δημοσίευμα και μετατρέπεται σε δίκη χαρακτήρα;
Κρίνουμε το κείμενο – δεν λιθοβολούμε τον συντάκτη
Ο δημοσιογράφος, ο συγγραφέας, ο καλλιτέχνης και κάθε άνθρωπος που εκτίθεται δημόσια δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Το αντίθετο. Όποιος δημοσιεύει ένα κείμενο οφείλει να γνωρίζει ότι θα ελεγχθεί, θα αμφισβητηθεί, μπορεί ακόμη και να αποδομηθεί πλήρως.
Υπάρχει, όμως, μια καθαρή διαχωριστική γραμμή.
Άλλο να λες ότι ένα άρθρο είναι αδύναμο, ελλιπές, μεροληπτικό ή λανθασμένο και να εξηγείς το γιατί. Και άλλο να παρουσιάζεις τον συντάκτη του ως κατευθυνόμενο, εξαρτημένο ή υποκινούμενο από σκοτεινά συμφέροντα, χωρίς συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία.
Η πρώτη περίπτωση είναι δημόσιος διάλογος. Η δεύτερη μπορεί να γίνει δημόσια διαπόμπευση.
Δεν είναι λεπτομέρεια. Όταν η αντιπαράθεση εγκαταλείπει το περιεχόμενο και μεταφέρεται στην προσωπική απαξίωση, ο πραγματικός στόχος δεν είναι πλέον να διορθωθεί μια άποψη. Είναι να φοβηθεί εκείνος που την εξέφρασε και να σιωπήσουν όσοι σκέφτονται να κάνουν το ίδιο.
Κάπως έτσι γεννιέται η αυτολογοκρισία: όχι πάντα από μια κρατική απαγόρευση ή μια δικαστική απόφαση, αλλά από τον φόβο της οργανωμένης ψηφιακής επίθεσης.
Η εύκολη ταμπέλα του «συστημικού»
Στο Facebook και στις υπόλοιπες πλατφόρμες, η λέξη «συστημικός» έχει καταντήσει συχνά υποκατάστατο επιχειρήματος.
Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι ο άλλος είπε ψέματα. Δεν χρειάζεται να εντοπίσεις το πραγματικό λάθος του. Του κολλάς την ετικέτα, του αποδίδεις μια αόριστη εξάρτηση και αφήνεις το πλήθος να ολοκληρώσει τη δουλειά.
Με αυτόν τον μηχανισμό, η διαφωνία δεν απαντάται. Ποινικοποιείται η ίδια η ύπαρξη του διαφωνούντος.
Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη δημοσιογραφία ή τον χώρο του βιβλίου. Αφορά κάθε πολίτη που συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο. Σήμερα στο στόχαστρο είναι μια δημοσιογράφος. Αύριο μπορεί να είναι ένας γιατρός που διατυπώνει μια επιστημονική θέση, ένας εκπαιδευτικός που υπερασπίζεται μια διαφορετική μέθοδο, ένας δικηγόρος που εξηγεί μια αντιδημοφιλή νομική πραγματικότητα ή ένας απλός πολίτης που αρνείται να ακολουθήσει το ρεύμα.
Το «φάντασμα» μιας ελευθερίας χωρίς ευθύνη
Η εικόνα θυμίζει το «Φάντασμα της Ελευθε
«Το νου σας, ρεμάλια»: Όταν η ελευθερία του λόγου γίνεται δικτατορία της άποψης
Η καταγγελλόμενη δημόσια επίθεση κατά της Τίνας Μανδηλαρά για το άρθρο της γύρω από το «Γκιακ» φωτίζει μια βαθύτερη κοινωνική παθολογία: άλλο ο αντίλογος και άλλο η απόπειρα ηθικής και επαγγελματικής εξόντωσης εκείνου με τον οποίο διαφωνούμε
Το παλιό καφενείο είχε φωνές, καβγάδες, αυθεντική λαϊκή σοφία, υπερβολές και ανθρώπους που υπερασπίζονταν μέχρι τελικής πτώσεως μια ομάδα, έναν πολιτικό ή μια άποψη.
Το σημερινό ψηφιακό καφενείο έχει όλα τα παραπάνω, αλλά διαθέτει επιπλέον ένα όπλο που το παλιό δεν είχε: τη δυνατότητα να μετατρέπει μέσα σε λίγα λεπτά μια προσωπική διαφωνία σε δημόσιο διασυρμό με απεριόριστο ακροατήριο.
Μια ανάρτηση αρκεί. Ένα στιγμιότυπο οθόνης, ένας υπαινιγμός, μια βαριά ταμπέλα και μερικές δεκάδες εξαγριωμένα σχόλια. Ξαφνικά δεν συζητείται πλέον τι έγραψε κάποιος, αλλά τι άνθρωπος «είναι», ποιον δήθεν υπηρετεί, ποιο συμφέρον υποτίθεται ότι κρύβεται πίσω από τις λέξεις του και γιατί πρέπει να απαξιωθεί συνολικά.
Η ελευθερία του λόγου παύει τότε να λειτουργεί ως δικαίωμα διαφωνίας. Μετατρέπεται σε άλλοθι ανθρωποφαγίας.
Η αφορμή με το «Γκιακ»
Η νέα αφορμή προέκυψε από το άρθρο της δημοσιογράφου και κριτικού βιβλίου Τίνας Μανδηλαρά στη LiFO, που δημοσιεύθηκε στις 14 Αυγούστου 2026, με θέμα τη διαδρομή και την επίδραση της συλλογής διηγημάτων «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου.
Στο κείμενό της, η Μανδηλαρά υποστηρίζει ότι το βιβλίο δεν αποτέλεσε μόνο μια μεγάλη εκδοτική επιτυχία, αλλά επηρέασε ουσιαστικά τη νεότερη ελληνική πεζογραφία, ενισχύοντας τη στροφή προς την τοπική μνήμη, την προφορικότητα και τη διάλεκτο. Παράλληλα, αναφέρεται στον ρόλο των μικρών εκδοτικών οίκων και στη δυνατότητα ενός απαιτητικού έργου να συναντήσει ευρύ αναγνωστικό κοινό.
Η άποψη αυτή ασφαλώς μπορεί να αμφισβητηθεί. Μπορεί κάποιος να θεωρεί υπερβολικό τον χαρακτηρισμό του «Γκιακ» ως κομβικού βιβλίου της εικοσαετίας. Μπορεί να υποστηρίξει ότι προηγήθηκαν άλλα έργα, ότι παραλείφθηκαν συγγραφείς ή ότι η χαρτογράφηση της λογοτεχνικής επιρροής χρειάζεται διαφορετικά κριτήρια.
Αυτή είναι η ουσία της κριτικής: επιχειρήματα απέναντι σε επιχειρήματα.
Σύμφωνα, όμως, με δημόσια παρέμβαση συναδέλφου της, η αντίδραση που ακολούθησε από συγγραφέα δεν έμεινε στην αξιολόγηση του άρθρου. Φέρεται να στράφηκε προσωπικά κατά της δημοσιογράφου, αποδίδοντάς της σκοπιμότητες και επιχειρώντας να πλήξει συνολικά την επαγγελματική της αξιοπιστία.
Χωρίς το πλήρες κείμενο της επίμαχης ανάρτησης δεν είναι δημοσιογραφικά ορθό να αναπαραχθούν χαρακτηρισμοί, να αποδοθούν προθέσεις ή να εκδοθεί απόφαση για τη συγκεκριμένη αντιπαράθεση. Το ουσιαστικό ζήτημα, όμως, παραμένει: πότε η σκληρή κριτική παύει να αφορά ένα δημοσίευμα και μετατρέπεται σε δίκη χαρακτήρα;
Κρίνουμε το κείμενο – δεν λιθοβολούμε τον συντάκτη
Ο δημοσιογράφος, ο συγγραφέας, ο καλλιτέχνης και κάθε άνθρωπος που εκτίθεται δημόσια δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Το αντίθετο. Όποιος δημοσιεύει ένα κείμενο οφείλει να γνωρίζει ότι θα ελεγχθεί, θα αμφισβητηθεί, μπορεί ακόμη και να αποδομηθεί πλήρως.
Υπάρχει, όμως, μια καθαρή διαχωριστική γραμμή.
Άλλο να λες ότι ένα άρθρο είναι αδύναμο, ελλιπές, μεροληπτικό ή λανθασμένο και να εξηγείς το γιατί. Και άλλο να παρουσιάζεις τον συντάκτη του ως κατευθυνόμενο, εξαρτημένο ή υποκινούμενο από σκοτεινά συμφέροντα, χωρίς συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία.
Η πρώτη περίπτωση είναι δημόσιος διάλογος. Η δεύτερη μπορεί να γίνει δημόσια διαπόμπευση.
Δεν είναι λεπτομέρεια. Όταν η αντιπαράθεση εγκαταλείπει το περιεχόμενο και μεταφέρεται στην προσωπική απαξίωση, ο πραγματικός στόχος δεν είναι πλέον να διορθωθεί μια άποψη. Είναι να φοβηθεί εκείνος που την εξέφρασε και να σιωπήσουν όσοι σκέφτονται να κάνουν το ίδιο.
Κάπως έτσι γεννιέται η αυτολογοκρισία: όχι πάντα από μια κρατική απαγόρευση ή μια δικαστική απόφαση, αλλά από τον φόβο της οργανωμένης ψηφιακής επίθεσης.
Η εύκολη ταμπέλα του «συστημικού»
Στο Facebook και στις υπόλοιπες πλατφόρμες, η λέξη «συστημικός» έχει καταντήσει συχνά υποκατάστατο επιχειρήματος.
Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι ο άλλος είπε ψέματα. Δεν χρειάζεται να εντοπίσεις το πραγματικό λάθος του. Του κολλάς την ετικέτα, του αποδίδεις μια αόριστη εξάρτηση και αφήνεις το πλήθος να ολοκληρώσει τη δουλειά.
Με αυτόν τον μηχανισμό, η διαφωνία δεν απαντάται. Ποινικοποιείται η ίδια η ύπαρξη του διαφωνούντος.
Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη δημοσιογραφία ή τον χώρο του βιβλίου. Αφορά κάθε πολίτη που συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο.
Σήμερα στο στόχαστρο είναι μια δημοσιογράφος. Αύριο μπορεί να είναι ένας γιατρός που διατυπώνει μια επιστημονική θέση, ένας εκπαιδευτικός που υπερασπίζεται μια διαφορετική μέθοδο, ένας δικηγόρος που εξηγεί μια αντιδημοφιλή νομική πραγματικότητα ή ένας απλός πολίτης που αρνείται να ακολουθήσει το ρεύμα.
Το «φάντασμα» μιας ελευθερίας χωρίς ευθύνη
Η εικόνα θυμίζει το «Φάντασμα της Ελευθερίας» του Λουίς Μπουνιουέλ. Η ταινία ανοίγει με μια κινηματογραφική αναπαράσταση εμπνευσμένη από τις εκτελέσεις της 3ης Μαΐου 1808 του Γκόγια: οι ναπολεόντειοι στρατιώτες εμφανίζονται ως φορείς της απελευθέρωσης, ενώ οι άνθρωποι που εκτελούνται απορρίπτουν την ελευθερία που τους επιβάλλεται με τα όπλα. Η εναρκτήρια σκηνή και ο παραλογισμός της αναλύονται από το BFI.
Μια μεγάλη λέξη μπορεί να αδειάσει από το περιεχόμενό της και να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει το αντίθετό της.
Αυτό ακριβώς κινδυνεύει να συμβεί και σήμερα. Στο όνομα της ελευθερίας του λόγου απαιτείται η σιωπή του άλλου. Στο όνομα του πλουραλισμού οργανώνεται ο λιθοβολισμός της διαφορετικής γνώμης. Στο όνομα της κριτικής κατασκευάζονται υπαινιγμοί, ετικέτες και προσωπικές κατηγορίες που δεν συνοδεύονται από αποδείξεις.
Αυτή δεν είναι περισσότερη ελευθερία. Είναι η δικτατορία της άποψης του ισχυρότερου, του πιο θορυβώδους ή του καλύτερα δικτυωμένου ψηφιακού πλήθους.
Το νου μας, λοιπόν
Καμία άποψη δεν είναι ιερή. Κανένα άρθρο δεν είναι απρόσβλητο. Κανένας δημοσιογράφος ή συγγραφέας δεν δικαιούται ασυλία από τον αντίλογο.
Αλλά και κανένας αντίλογος δεν αποκτά αυτομάτως αξία επειδή είναι οργισμένος, προσβλητικός ή δημοφιλής. Η τεκμηρίωση δεν μετριέται σε κοινοποιήσεις και η αλήθεια δεν αποφασίζεται με διαδικτυακό χειροκρότημα.
Αν διαφωνούμε με ένα κείμενο, το αποδομούμε με στοιχεία. Αν θεωρούμε ότι κάτι αποσιωπήθηκε, το καταγράφουμε συγκεκριμένα. Αν πιστεύουμε ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, την αποδεικνύουμε.
Δεν στήνουμε ανθρώπους στον τοίχο και δεν βαφτίζουμε την προσωπική εξόντωση «ελευθερία έκφρασης».
Γιατί, αν συνεχίσουμε έτσι, δεν θα μείνει δημόσιος διάλογος. Θα μείνει μόνο ένας θυμωμένος όχλος, έτοιμος κάθε φορά να φωνάξει «Βαραββά», χωρίς να ενδιαφέρεται ούτε για τα στοιχεία ούτε για την αλήθεια.
Το νου μας, λοιπόν. Όχι μόνο στο τι μας πλασάρουν ως ελευθερία, αλλά και στο τι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε στους άλλους στο όνομά της.

