Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν εξοργίζει μόνο για ένα πρόσωπο. Εξοργίζει γιατί θυμίζει σε κάθε ελληνική οικογένεια πως, σε αυτή τη χώρα, τα παιδιά της καλούνται να αποδείξουν την αξία τους απέναντι σε ένα σύστημα που συχνά ανταμείβει όχι τον άξιο, αλλά τον κομματικά βολικό.
Το ερώτημα που καίει κάθε σπίτι
Η Καραμήτρου δεν έθεσε απλώς ένα πολιτικό ερώτημα. Έθεσε το ερώτημα που πονάει κάθε μάνα, κάθε πατέρα, κάθε νέο άνθρωπο που μεγάλωσε με τη φράση «διάβασε για να προκόψεις». Να μείνουν τα παιδιά μας εδώ και να το παλέψουν; Ή να φύγουν, γιατί εδώ το παιχνίδι είναι στημένο;
Αυτό είναι το αληθινό σκάνδαλο. Όχι μόνο ποιος βολεύτηκε. Αλλά ποιο μήνυμα στέλνεται σε μια ολόκληρη γενιά που βλέπει ότι ο κόπος της δεν αρκεί, αν απέναντί της στέκεται το γνώριμο τέρας του κομματικού μηχανισμού.
Όταν η αξιοκρατία γίνεται σύνθημα και το ρουσφέτι καθεστώς
Χιλιάδες οικογένειες στερούνται, πληρώνουν φροντιστήρια, πανεπιστήμια, ξένες γλώσσες, μεταπτυχιακά, ελπίζοντας ότι τα παιδιά τους θα έχουν μια δίκαιη ευκαιρία. Και ύστερα έρχεται η πραγματικότητα να τις χαστουκίσει: στην Ελλάδα των «ίσων ευκαιριών», η λέξη αξιοκρατία συχνά χρησιμοποιείται μόνο ως προεκλογικό διαφημιστικό.
Γιατί όταν η κοινωνία πιστεύει πως θέσεις, ρόλοι και δημόσια αξιώματα δεν κρίνονται από πραγματικά προσόντα αλλά από κομματικές διαδρομές, τότε δεν καταρρέει μόνο η εμπιστοσύνη στην πολιτική. Καταρρέει η ίδια η πίστη των νέων ότι αξίζει να μείνουν και να αγωνιστούν εδώ.
Η μετανάστευση των παιδιών δεν είναι “επιλογή” — είναι πολιτική ενοχή
Και κάπου εκεί γεννιέται η πιο πικρή συνέπεια: τα παιδιά δεν φεύγουν μόνο για καλύτερους μισθούς. Φεύγουν για να αναπνεύσουν σε χώρες όπου δεν χρειάζεται να αποδείξουν ότι είναι «δικά μας παιδιά» κάποιου μηχανισμού. Φεύγουν γιατί θέλουν να κριθούν με όσα ξέρουν, όχι με όσα χρωστούν.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τέτοιες υποθέσεις τόσο εκρηκτικές. Δεν αφορούν απλώς μια κυβέρνηση, έναν υφυπουργό ή έναν κομματικό χειρισμό. Αφορούν το αν αυτή η χώρα έχει αποφασίσει να κρατήσει τα παιδιά της ή να τα σπρώχνει, λίγο λίγο, προς την έξοδο.
Το πολιτικό σύστημα οφείλει επιτέλους μια καθαρή απάντηση: θέλει νέους πολίτες ή υπηκόους του ρουσφετιού; Γιατί όσο οι οικογένειες ματώνουν για να μορφώσουν τα παιδιά τους και το κράτος συνεχίζει να δίνει χώρο στη σκιά της κομματικής εύνοιας, η Ελλάδα δεν χάνει απλώς μυαλά. Χάνει το ηθικό δικαίωμα να ζητά από τη νέα γενιά να μείνει.

