Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η απόφαση της Δικαιοσύνης για τη δυσώδη υπόθεση των υποκλοπών αποτελεί σταθμό. Τίποτε όμως δεν μπορεί να τελειώσει εδώ. Αλλιώς, θα πρέπει να δεχθούμε πως τέσσερις ιδιώτες μαζεύτηκαν και αποφάσισαν —από χόμπι— να παρακολουθούν πρώην πρωθυπουργούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους, παράγοντες.
Το κρίσιμο είναι πως η δικογραφία και τα πρακτικά της δίκης διαβιβάζονται για περαιτέρω διερεύνηση. Κι αυτό είναι ενθαρρυντικό για μια κοινωνία που έχει μάθει πια πως τα σκάνδαλα κλείνουν όταν το αποφασίζει η εκάστοτε κυβέρνηση και η πάντα πειθαρχημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που τη στηρίζει — είτε με φυσική παρουσία είτε… επιστολικά όταν σφίγγουν τα γάλατα (για να επιστρατεύσουμε κι ένα λογοπαίγνιο που ταιριάζει γάντι στον ΟΠΕΚΕΠΕ).
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, στόχος κι ο ίδιος, μίλησε για «ήττα του παρακράτους». Είναι όμως έτσι; Το παρακράτος δεν ηττάται μερικώς ούτε συμβολικά. Ηττάται μόνο όταν αποκαλύπτονται όλα τα πρόσωπα που το συγκροτούν και το στηρίζουν. Όταν πέφτει φως όχι μόνο στους εκτελεστές αλλά και στους εντολείς, στους ενορχηστρωτές. Οι καταδικασθέντες μπορεί να συνδέονται με γνωριμίες και κουμπαριές με πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής του τόπου, τα γεγονότα μπορεί να γεννούν στον μέσο πολίτη συγκεκριμένες υποψίες, αλλά η Δικαιοσύνη δεν απονέμεται στο περίπου, με υπαινιγμούς και γενικολογίες. Απαιτεί σαφήνεια, απτές αποδείξεις και τελικά ονοματεπώνυμα.
Όταν ένα Μονομελές Πλημμελειοδικείο κατορθώνει να δει όσα η ηγεσία του Αρείου Πάγου δεν… αντελήφθη, τα συμπεράσματα είναι —κάπως αποκαρδιωτικά— προφανή. Είναι άραγε θέμα ικανότητας ή μήπως τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα;
Κάποιοι χαρακτήρισαν τον δικαστή «γενναίο». Ας το σκεφτούμε λίγο. Τι σημαίνει για τη χώρα και την ποιότητα του κράτους δικαίου να απαιτείται από δικαστές να επιδεικνύουν γενναιότητα όχι απέναντι σε κάποιον κακοποιό, αλλά απέναντι στις εξόφθαλμες παραλείψεις της ίδιας της ηγεσίας της Δικαιοσύνης; Και, τελικά, το Δικαστήριο έσωσε τη χαμένη τιμή της Δικαιοσύνης ή μήπως ήρθε να υπογραμμίσει ακριβώς αυτή την απογοητευτική πραγματικότητα της χαμένης τιμής της;
Και τώρα που η συζήτηση για το Σύνταγμα επέστρεψε στην επικαιρότητα, αξίζει να θυμηθεί κανείς το άρθρο 95: η Διοίκηση υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Κι όμως, δύο χρόνια μετά τη δικαστική δικαίωση του κ. Ανδρουλάκη στο ζήτημα του δικαιώματος ενημέρωσης, η ΕΥΠ —που υπάγεται απευθείας στον Πρωθυπουργό— εξακολουθεί να σφυρίζει αδιάφορα. Από πού άραγε αντλεί τέτοια… αυτοπεποίθηση;
Σε αυτή την ιστορία υπάρχει κι ένα αμήχανο σημείο που συχνά ξεχνάμε. Το θύμισε εμφατικά ο εισαγγελέας. Είναι τα θύματα που, ενώ γνωρίζουν ότι η ιδιωτικότητά τους παραβιάστηκε βάναυσα, δεν αισθάνθηκαν την αυτονόητη —θα έλεγε κανείς— ανάγκη να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη ζητώντας τον εντοπισμό και την τιμωρία των ενόχων. Η αμηχανία εντείνεται αν εστιάσει κανείς στους πολιτικούς που επέλεξαν να συγχωρήσουν και να ξεχάσουν. Γιατί άραγε; Καμιά φορά οι παραλείψεις ηχούν πιο δυνατά κι από τις πράξεις μας.

