Όταν οι τράπεζες μοιράζουν δισεκατομμύρια στους μετόχους και η κυβέρνηση βαφτίζει «στήριξη» τα ψίχουλα που επιστρέφει στους πολίτες, δεν μιλάμε για οικονομική πολιτική. Μιλάμε για ταξική επιλογή.
Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της πολιτικής πρόκλησης, αρκεί μία απλή σύγκριση: οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κινούνται σε τροχιά διανομών 2,83 δισ. ευρώ προς τους μετόχους τους από τα κέρδη του 2025, ενώ η κυβέρνηση εμφανίζει ως κοινωνικό κατόρθωμα ένα πακέτο περίπου 500 εκατ. ευρώ για τους πολίτες.
Δηλαδή, για τους λίγους υπάρχουν δισεκατομμύρια. Για τους πολλούς υπάρχουν επιδόματα, ανακοινώσεις, τηλεοπτικά χαμόγελα και η γνωστή κυβερνητική τελετουργία: πρώτα αφαίμαξη, μετά ψίχουλα, ύστερα πανηγυρισμοί.
1. Οι τράπεζες στο τραπέζι, οι πολίτες στο ταμείο
Το ερώτημα δεν είναι αν οι τράπεζες έχουν δικαίωμα να εμφανίζουν κέρδη. Το ερώτημα είναι ποιος πλήρωσε το τίμημα για να φτάσουμε εδώ.
Οι πολίτες πλήρωσαν με ανακεφαλαιοποιήσεις, με τραπεζικές χρεώσεις, με κόκκινα δάνεια, με funds, με πλειστηριασμούς, με μια οικονομία που χρόνια τώρα οργανώνεται γύρω από τη διάσωση των ισχυρών και την πειθαρχία των αδύναμων.
Και τώρα το αποτέλεσμα παρουσιάζεται περίπου ως «φυσική τάξη πραγμάτων»: οι τράπεζες μοιράζουν 2,83 δισ. στους μετόχους και το κράτος μοιράζει 500 εκατ. στην κοινωνία. Όχι επειδή δεν υπάρχουν χρήματα. Αλλά επειδή έτσι έχει αποφασιστεί να μοιράζεται η χώρα.
2. Το υπερπλεόνασμα δεν έπεσε από τον ουρανό
Το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 εμφανίζεται στα 12,131 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 4,9% του ΑΕΠ, πάνω από τον αρχικό στόχο.
Αλλά το πλεόνασμα δεν είναι ουδέτερος αριθμός. Είναι χρήμα που βγήκε από κάπου.
Βγήκε από τον ΦΠΑ που πληρώνει ο ίδιος άνθρωπος είτε έχει 700 ευρώ μισθό είτε έχει εκατομμύρια στην άκρη. Βγήκε από την ακρίβεια που διογκώνει τα κρατικά έσοδα. Βγήκε από τον πληθωριστικό φόρο που ροκανίζει το εισόδημα χωρίς να χρειάζεται καν να ψηφιστεί νέος φόρος.
Και αφού πρώτα το κράτος πήρε πολλά, έρχεται τώρα να επιστρέψει λίγα. Και ζητάει και χειροκρότημα.
3. Το φορολογικό μέτρο της υποκρισίας
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αδικίας.
Για τα μερίσματα ισχύει παρακράτηση φόρου 5%. Για τα φυσικά πρόσωπα, η φορολογική κλίμακα του 2026 φτάνει έως το 44% για υψηλότερα εισοδήματα.
Δηλαδή, το σύστημα ξέρει να είναι ελαφρύ όταν φορολογεί εισόδημα από κεφάλαιο και βαρύ όταν φορολογεί εργασία, κατανάλωση, μικρομεσαίους, μισθωτούς, επαγγελματίες, νοικοκυριά.
Αυτή δεν είναι «φορολογική πολιτική». Είναι πολιτική ιεράρχηση. Είναι η απάντηση στο ερώτημα ποιον θεωρεί παραγωγικό η κυβέρνηση και ποιον θεωρεί απλώς διαθέσιμο να πληρώνει.
4. Ανάπτυξη με 36 δισ. Ταμείο Ανάκαμψης — και όμως η κοινωνία στενάζει
Η Ελλάδα έχει ήδη εισπράξει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, ποσό που αντιστοιχεί στο 68,5% του συνολικού προϋπολογισμού του προγράμματος.
Και όμως, η καθημερινότητα δεν θυμίζει χώρα που πνίγεται στις επενδύσεις. Θυμίζει χώρα που πνίγεται στους λογαριασμούς.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής κατέγραψε ανάπτυξη 2,1% για το 2025 και πληθωρισμό 3,1% τον Φεβρουάριο του 2026, υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που αναφέρεται στο 1,9%.
Άρα το αφήγημα έχει πρόβλημα. Γιατί όταν πέφτουν ευρωπαϊκά δισεκατομμύρια, όταν τα πλεονάσματα σπάνε ρεκόρ και όταν οι τράπεζες μοιράζουν δισεκατομμύρια, αλλά η κοινωνία μετράει λεπτά στο σούπερ μάρκετ, τότε κάτι δεν πάει καλά με την «επιτυχία».
5. Τα repos και η κρυφή όψη της δημοσιονομικής βιτρίνας
Την ίδια στιγμή, τα repos του Δημοσίου ανήλθαν στα 62,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, ενώ το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης, μαζί με τις ενδοκυβερνητικές υποχρεώσεις, έφτασε τα 406,18 δισ. ευρώ.
Αυτή είναι η άλλη πλευρά της βιτρίνας. Από τη μία, πανηγυρισμοί για τη μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Από την άλλη, ένας ολόκληρος μηχανισμός εσωτερικού δανεισμού, ταμειακής διαχείρισης και λογιστικής ισορροπίας που δεν χωράει στα τηλεοπτικά σλόγκαν.
Και φυσικά, όταν η ανάπτυξη φρενάρει, θα φταίει ο πόλεμος. Όταν οι τιμές ανεβαίνουν, θα φταίνε οι διεθνείς συνθήκες. Όταν τα καρτέλ κάνουν πάρτι, θα φταίει η αγορά. Όταν ο πολίτης δεν αντέχει, θα φταίει ότι «δεν κατάλαβε» την επιτυχία.
Ο ίδιος πολιτικός χώρος που κάποτε χαρακτήριζε τα υπερπλεονάσματα θηλιά για την οικονομία, σήμερα τα παρουσιάζει ως απόδειξη αριστείας.
Μόνο που η κοινωνία δεν τρώει πλεονάσματα. Δεν πληρώνει ρεύμα με δελτία Τύπου. Δεν γεμίζει καλάθι με επικοινωνιακές κορδέλες.
Όταν οι μέτοχοι παίρνουν δισεκατομμύρια και οι πολίτες παίρνουν επιδόματα επιβίωσης, η κυβέρνηση δεν έχει λόγο να πανηγυρίζει.
Έχει λόγο να απολογείται.

