Όταν ακόμη και η “Καθημερινή” ειρωνεύεται το σκεπτικό, το πρόβλημα δεν είναι πια αντιπολιτευτικό. Είναι θεσμικό.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νομικός για να καταλάβει ότι κάτι δεν στέκει.
Όταν σε μια υπόθεση υποκλοπών εμφανίζονται ως στόχοι υπουργοί, στρατιωτικοί, στελέχη της Ασφάλειας και πρόσωπα με πρόσβαση σε ευαίσθητες κρατικές λειτουργίες, το αυτονόητο σε ένα σοβαρό κράτος θα ήταν ένα: έρευνα μέχρι τέλους.
Όχι αρχειοθέτηση.
Όχι λογικά ακροβατικά.
Όχι εισαγγελικά σχήματα που μοιάζουν περισσότερο με άσκηση αποφυγής παρά με αναζήτηση της αλήθειας.
Και όμως, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος ανάσυρσης της υπόθεσης των υποκλοπών από το αρχείο, σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση που μετέδωσαν δημόσια μέσα ενημέρωσης στις 27 Απριλίου 2026.
Όταν η ειρωνεία γίνεται θεσμική διάγνωση
Το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο η απόφαση.
Το εντυπωσιακό είναι ότι το σκεπτικό της πλέον δεν το αποδομεί μόνο η αντιπολίτευση, ούτε κάποιο «αντιμητσοτακικό» μέσο. Το αποδομεί, με σαρκασμό που τσακίζει κόκαλα, ο Μιχάλης Τσιντσίνης της «Καθημερινής», σε άρθρο του με τίτλο «Μένιος Φουρθιώτης: Γατάκια». Εκεί περιγράφει με δηλητηριώδη ειρωνεία το παράλογο της σκέψης ότι δεν μπορεί να πιθανολογείται πως υψηλόβαθμοι κρατικοί αξιωματούχοι χρησιμοποιούν τα κινητά τους για ευαίσθητες επικοινωνίες.
Δηλαδή τι μπορεί να είχε στο κινητό του ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων;
Γατάκια;
Συνταγές;
TikTok;
Οικογενειακές φωτογραφίες;
Και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης;
Και ο υπουργός Άμυνας;
Και οι επικεφαλής κρίσιμων κρατικών μηχανισμών;
Αυτό είναι το σημείο όπου η ειρωνεία παύει να είναι δημοσιογραφικό ύφος και γίνεται θεσμική διάγνωση.
Διότι αν το κράτος δεν θεωρεί αυτονόητο ότι η παγίδευση τηλεφώνων υψηλόβαθμων αξιωματούχων μπορεί να συνδέεται με κρατικά μυστικά, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς δικαστικό. Είναι πρόβλημα αντίληψης του κράτους για τον ίδιο του τον εαυτό.
Το επιχείρημα Φουρθιώτη
Το πιο βαρύ σημείο είναι άλλο.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, στο σκεπτικό γίνεται επίκληση του γεγονότος ότι στη λίστα στόχων του Predator περιλαμβάνονταν και πρόσωπα όπως ο Μένιος Φουρθιώτης και ο Λάκης Λαζόπουλος, ώστε να υποστηριχθεί ότι δεν στοιχειοθετείται σκοπός κατασκοπείας. Τα «Νέα» σημείωσαν ότι αυτή η αναφορά προκάλεσε εντύπωση σε νομικούς κύκλους.
Εδώ είναι όλη η ουσία.
Αν σε μια λίστα παρακολούθησης υπάρχουν και πρόσωπα χωρίς εμφανή πρόσβαση σε κρατικά μυστικά, αυτό δεν αναιρεί ότι στην ίδια λίστα υπήρχαν πρόσωπα με θεσμική, πολιτική, στρατιωτική ή επιχειρησιακή βαρύτητα.
Δεν γίνεται ο Φουρθιώτης να λειτουργεί ως πλυντήριο του σκανδάλου.
Δεν γίνεται η παρουσία ενός τηλεοπτικού προσώπου σε μια λίστα να σβήνει την παρουσία υπουργών, στρατηγών και ανθρώπων της ασφάλειας.
Δεν γίνεται το πιο αδύναμο στοιχείο μιας υπόθεσης να χρησιμοποιείται για να εξαφανίσει το πιο ισχυρό.
Αυτός είναι ο λόγος που ο χαρακτηρισμός «πόρισμα Φουρθιώτη» είναι τόσο εύστοχος και τόσο σκληρός. Όχι επειδή αφορά τον Φουρθιώτη προσωπικά. Αλλά επειδή συμπυκνώνει μια λογική: παίρνουμε το πιο βολικό όνομα της λίστας και το κάνουμε ασπίδα για να μη συζητήσουμε τα δύσκολα.
Η λογική του “δεν ψάξαμε, άρα δεν βρήκαμε”
Το κεντρικό πρόβλημα είναι απλό.
Δεν έχουμε ασφαλή στοιχεία, επειδή δεν τα αναζητήσαμε.
Και επειδή δεν έχουμε ασφαλή στοιχεία, δεν υπάρχει λόγος να τα αναζητήσουμε.
Αυτό δεν είναι δικανική αυστηρότητα. Είναι θεσμικός φαύλος κύκλος.
Η Δικαιοσύνη δεν υπάρχει για να κλείνει τα μάτια μπροστά στο αδιευκρίνιστο. Υπάρχει για να διευκρινίζει. Δεν υπάρχει για να λέει «δεν ξέρω, άρα σταματώ». Υπάρχει για να λέει «δεν ξέρω, άρα ερευνώ».
Ειδικά όταν η υπόθεση αφορά υποκλοπές.
Ειδικά όταν αφορά παράνομο λογισμικό.
Ειδικά όταν αφορά κρατικούς αξιωματούχους.
Ειδικά όταν αφορά την καρδιά της εθνικής ασφάλειας.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την αρχειοθέτηση
Η πολιτική διάσταση είναι τεράστια.
Μια κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται τη Δικαιοσύνη όταν τη βολεύει. Μπορεί να λέει «η υπόθεση κρίθηκε». Μπορεί να μετατρέπει την αρχειοθέτηση σε πολιτικό άλλοθι.
Όμως η κοινωνία δεν είναι υποχρεωμένη να πειστεί.
Διότι άλλο πράγμα η τυπική περαίωση μιας δικογραφίας και άλλο πράγμα η απάντηση στα πραγματικά ερωτήματα:
Ποιος παγίδευσε τα τηλέφωνα;
Με ποια εντολή;
Με ποιο σκοπό;
Ποιοι γνώριζαν;
Ποιοι ωφελήθηκαν;
Ποιοι κάλυψαν;
Ποιοι δεν ήθελαν να μάθουμε;
Αυτά τα ερωτήματα δεν αρχειοθετούνται.
Μένουν.
Και όσο μένουν, βαραίνουν.
Το «πόρισμα Φουρθιώτη» δεν είναι απλώς ένας εύστοχος δημοσιογραφικός σαρκασμός.
Είναι το όνομα μιας θεσμικής κατάρρευσης.
Είναι η στιγμή που η χώρα ακούει, σχεδόν επίσημα, ότι η παρακολούθηση ανθρώπων της Άμυνας, της Ασφάλειας και της πολιτικής εξουσίας μπορεί να μην αξίζει περαιτέρω έρευνα, επειδή στην ίδια λίστα υπήρχαν και πρόσωπα άσχετα με κρατικά μυστικά.
Αν αυτό είναι το επίπεδο θεσμικής προστασίας της Δημοκρατίας, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι υποκλοπές.
Το πρόβλημα είναι ότι κάποιοι θέλουν να πείσουν την κοινωνία πως δεν υπάρχει τίποτα να δει.
Μόνο που πλέον δεν γελούν οι αντίπαλοι της κυβέρνησης.
Γελούν —και ταυτόχρονα τρομάζουν— ακόμη και εκείνοι που μέχρι χθες προσπαθούσαν να κρατήσουν αποστάσεις.
Και όταν η ειρωνεία φτάνει μέχρι την «Καθημερινή», τότε το μήνυμα είναι καθαρό:
Το σκάνδαλο δεν έκλεισε.
Απλώς κάποιοι υπέγραψαν ότι δεν θέλουν να το ανοίξουν.

