Ο Τζέφρι Έπσταϊν, ίσως λανθασμένα νομίσει κάποιος, ότι ήταν απλώς ένας διεστραμμένος επενδυτής με ανώμαλες ορέξεις και πλούσιους φίλους. Δεν ήταν όμως “απλώς αυτό”.
Ήταν ένας μηχανισμός. Ένας κόμβος συνισταμένων του χρήματος και της πολιτικής ισχύος. Ένα δίκτυο ανθρώπων που συνδέονταν με τα δεσμά της παιδοφιλίας τους και των σεξουαλικών διαστροφών τους. Και τα δίκτυα δεν πεθαίνουν απαραίτητα μαζί με τον διαχειριστή τους.
Τα θύματα τους ήταν ανήλικα κοριτσάκια. Με ονόματα, με οικογένειες, με ζωές που κόπηκαν στα δύο όταν συνάντησαν το τέρας. Ο Έπσταϊν δεν ήταν ο μόνος υπεύθυνος αυτών των εγκλημάτων. Γι’ αυτό και το γεγονός ότι ήταν ο μόνος που “τιμωρήθηκε”, αν μπορεί η αυτοκτονία του να θεωρηθεί τιμωρία, είναι από μόνο του ένα σκάνδαλο.
Σαν να λέμε ότι κάποιος εγκληματίας απαγάγει και εκδίδει ανήλικα κοριτσάκια σε διεστραμένους πελάτες που τα κακοποιούν, και όταν βγαίνει στην επιφάνεια το σκάνδαλο οι παιδεραστές και κακοποιητές πελάτες μένουν ατιμώρητοι.
Η υπόθεση αυτή αφορά μια ολόκληρη οργάνωση σεξουαλικής εκμετάλλευσης, διακίνησης ανηλίκων (trafficking), και συστηματικής τους κακοποίησης. Επίσης αφορά τους ανθρώπους που κάθονταν στα ίδια τραπέζια με προέδρους, πρίγκιπες, δισεκατομμυριούχους, πανεπιστημιακούς καθηγητές, τεχνολογικούς ολιγάρχες και διεθνείς επενδυτές.
Το σπίτι του τέρατος στο Μανχάταν βρισκόταν λίγα τετράγωνα από το Central Park, και λειτουργούσε σαν ιδιωτικό σαλόνι οικονομικής και πολιτικής ισχύος. Το νησί του, το Little Saint James, σαν ιδιωτικό βασίλειο ανομίας. Πολιτικοί από τις ΗΠΑ, μέλη της βρετανικής βασιλικής οικογένειας της Βρετανίας, μεγιστάνες της Wall Street, τεχνολογικοί γκουρού. Κανείς δεν πήγαινε εκεί για τα κοκτέιλ και την ηλιοθεραπεία.
Οι “πελάτες” του ήταν πρόσωπα με θεσμική ισχύ. Άνθρωποι που διαμορφώνουν νόμους, πολιτικές, αγορές. Και ταυτόχρονα ήταν εγκληματίες σε εγκλήματα κατά της ανθρώπινης φύσης, και όπως υποστηρίζουν καταγγελίες από ανθρώπους που υποστηρίζουν ότι δούλεψαν για τον Έπσταϊν κάποια στιγμή, διέπραξαν και δολοφονίες ανήλικων κοριτσιών ως μέρος της διαστροφής τους, που μετά τα έθαψαν στο ράντσο του τέρατος στο Νέο Μεξικό.
Η υπόθεση αυτή αγγίζει την καρδιά του παγκόσμιου συστήματος ισχύος. Όχι την περιφέρεια.
Ένας βολικός για όλους θάνατος ήρθε την κατάλληλη ακριβώς στιγμή πριν το τέρας αρχίσει να διαρρέει ονόματα “πελατών” του για να κερδίσει την αμνηστία του.
Στις 10 Αυγούστου 2019, ο Έπσταϊν βρέθηκε νεκρός στο κελί του στο Metropolitan Correctional Center. Υποτίθεται ήταν αυτοκτονία. Δύο κάμερες “δεν λειτουργούσαν”. Οι φύλακες “αποκοιμήθηκαν”. Ο συγκρατούμενος του μεταφέρθηκε “τυχαία”.
Ο άνθρωπος-τέρας που ήξερε πάρα πολλά, για πάρα πολλούς, έφυγε από τη ζωή λίγες εβδομάδες μετά τη σύλληψή του, πριν μιλήσει και πριν απολογηθεί, πριν εκθέσει κανέναν.
Η επίσημη εκδοχή μιλά για απαγχονισμό. Ο ιατροδικαστής που προσέλαβε η οικογένεια του μίλησε για ευρήματα συμβατά με στραγγαλισμό. Τα αρχεία σφραγίστηκαν. Το πτώμα του παραδόθηκε στην καύση. Η κοινωνία έβγαλε ένα γρήγορο συμπέρασμα και προχώρησε στο επόμενο ζήτημα της επικαιρότητας.
Προχώρησε;
Η ουσία είναι μία: σε μια υπόθεση με τέτοια έκταση, με τέτοιο αριθμό ισχυρών επαφών, με τέτοια πιθανή νομική και πολιτική έκρηξη, ο βασικός μάρτυρας πεθαίνει σε ομοσπονδιακή φυλακή υψίστης ασφαλείας. Και κανείς δεν πληρώνει πραγματικά για το “λάθος”.
Εδώ αρχίζει το δύσκολο ερώτημα. Ήταν ο Έπσταϊν απλώς ένα αρπακτικό-τέρας που εκμεταλλευόταν τις διεστραμμένες επιθυμίες των ισχυρών; Ή ήταν ένας υπάλληλος τους ο οποίος λειτουργούσε ως συλλέκτης υλικού; Ως διαμεσολαβητής επιρροής; Ως εργαλείο;
Στην μακρόχρονη ιστορία των μυστικών υπηρεσιών, η σεξουαλική παγίδα δεν είναι καινούργια. Από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι σήμερα, το “honey trap” αποτελεί κλασική τεχνική στρατολόγησης και εκβιασμού μη-συνεργάσιμων assets. Η λογική είναι απλή: η αμαρτία παράγει ευαλωτότητα. Η ευαλωτότητα παράγει υπακοή.
Το τέρας φωτογραφιζόταν με προέδρους των ΗΠΑ και με μέλη βασιλικών οικογενειών. Είχε πρόσβαση σε πανεπιστήμια διεθνούς φήμης όπως το Harvard University, με ειδική σχέση με το Τμήμα των Μαθηματικών και της Φυσικής. Κυκλοφορούσε με ιδιωτικά αεροσκάφη. Διατηρούσε σχέσεις με ανθρώπους που διαχειρίζονται κρατικά μυστικά, στρατηγικές επενδύσεις, αμυντικές πολιτικές που επηρέαζαν τον πλανήτη.
Ποιες είναι οι πιθανότητες να λειτουργούσε ως άτυπος συλλέκτης πληροφοριών για κάποιους τρίτους; Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει ότι εργαζόταν για κάποια συγκεκριμένη υπηρεσία πληροφοριών. Δεν υπάρχει κάποιο δημόσιο στοιχείο που να συνδέει επίσημα το όνομά του με τη Central Intelligence Agency ή με τη Mossad ή κάποια άλλη υπηρεσία. Υπάρχουν μόνο ενδείξεις, διασυνδέσεις, και κυρίως αναπάντητα ερωτήματα.
Οι πιθανότητες, με ψυχρή ανάλυση, δεν είναι μηδενικές. Ένας άνθρωπος χωρίς διαφανές επιχειρηματικό υπόβαθρο, που συγκεντρώνει τεράστια πρόσβαση σε διεθνείς ελίτ, σε κυβερνήσεις και ολιγάρχες, που διατηρεί υλικό, που επιβιώνει για χρόνια παρά τις καταγγελίες για παιδεραστία, που πέφτει στα μαλακά σε προηγούμενη καταδίκη, που επανέρχεται στο ίδιο μοτίβο και τελικά πεθαίνει πριν μιλήσει, δημιουργεί υπόνοιες.
Η συνεργάτιδά του Γκρισλέιν Μάξγουελ, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξης, χωρίς να ανοίξει το στόμα της να πει λέξη σε όλη τη διάρκεια της δίκης της, ούτε καν για να μετριάσει την ποινή της.
Η υπόθεση αυτή δεν χρειάζεται απαραίτητα κρατική ομπρέλα για να λειτουργήσει. Μπορεί να ήταν ιδιωτικός μηχανισμός εκβιασμών. Μπορεί να υπήρχε κύκλωμα που εκμεταλλευόταν το υλικό των εγκλημάτων για επιρροή σε επιχειρηματικές συμφωνίες, σε πολιτικές αποφάσεις, σε ρυθμιστικές παρεμβάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ισχυροί άνθρωποι, δυνητικά ευάλωτοι σε εκβιασμό.
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Όταν πολιτικοί, υπουργοί, πρόεδροι, πρίγκιπες, δισεκατομμυριούχοι, έχουν παρελθόν που μπορεί να τους τινάξει στον αέρα, τότε οι αποφάσεις τους παύουν να είναι αμιγώς πολιτικές. Γίνονται διαχειρίσιμες. Καθοδηγούμενες. Επηρεάσιμες.
Το σκάνδαλο Έπσταϊν δεν είναι απλώς ποινικό. Είναι γεωπολιτικό. Είναι θεσμικό. Είναι συστημικό.
Η σύλληψη και η δίκη της Ghislaine Maxwell άνοιξαν ένα παράθυρο. Έδειξαν ότι υπήρχε οργανωμένο δίκτυο στρατολόγησης. Δεν έδειξαν ποιοι ήταν όλοι οι τελικοί αποδέκτες. Πολλά ονόματα παραμένουν στη σκιά. Πολλά αρχεία παραμένουν μερικώς σφραγισμένα. Πολλές πτήσεις καταγράφηκαν σε μανιφέστα. Λίγες εξηγήθηκαν.
Οι κοινωνίες λειτουργούν με μια βασική υπόθεση: ότι οι θεσμοί, παρά τα λάθη τους, επιδιώκουν τη διαφάνεια και διέπονται από μια στοιχειώδη ακεραιότητα. Με την υπόθεση εργασίας ότι όταν αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο τέτοιου μεγέθους, η κάθαρση θα είναι βαθιά.
Αμ δε! Στην περίπτωση Έπσταϊν η κάθαρση έμεινε ρηχή, ή μάλλον ποιά κάθαρσή; Πλάκα κάνουμε τώρα;
Οι περισσότεροι ισχυροί που συνδέθηκαν κοινωνικά ή επιχειρηματικά μαζί του συνεχίζουν τη ζωή τους κανονικά. Κάποιοι λίγοι ίσως αποσύρθηκαν διακριτικά. Κάποιοι επανήλθαν κιόλας. Και κάποιοι αρνήθηκαν τα πάντα. Ελάχιστοι υπέστησαν πραγματικές, αμετάκλητες συνέπειες.
Και εδώ έρχεται το συμπέρασμα που ενοχλεί κάθε φυσιολογικό άνθρωπο.
Σε έναν κόσμο όπου η πολιτική εξουσία διαπλέκεται με την οικονομική, όπου τα ιδιωτικά νησιά γίνονται χώροι “ανεπίσημων” συναθροίσεων χωρίς να ισχύουν οι νόμοι της κοινωνίας και της ηθικής, όπου διεφθαρμένα μέλη της παγκόσμιας ελίτ συναναστρέφονται με ανήλικα κοριτσάκια χωρίς λογοδοσία, η πιθανότητα να υπάρχουν σκιές δεν είναι καν θεωρία συνωμοσίας. Είναι λογική συνέπεια της ανθρώπινης φύσης και της ανεξέλεγκτης συγκέντρωσης ισχύος.
Δεν χρειάζεται να αποδείξει κανείς ότι όλοι αυτοί ήταν συνένοχοι. Αρκεί να αποδεχθεί ότι ένα σημαντικό ποσοστό ισχυρών προσώπων, σε ΗΠΑ, Ευρώπη και αλλού, βρέθηκε πολύ κοντά σε ένα σύστημα κακοποίησης ανηλίκων χωρίς να το αποκαλύψει, ενώ συζητούσε ακόμη και γραπτά, σε email με το τέρας, για αυτά τα ανήλικα. Ίσως η σιωπή, όταν κάποιος είναι ισχυρός, είναι επιλογή.
Ο Έπσταϊν πέθανε με κάποιο τρόπο. Τα θύματα ζουν με το τραύμα. Οι πελάτες του, όσοι υπήρξαν τέτοιοι, ζουν με το μυστικό χωρίς να χρειαστεί να απολογηθούν πουθενά ή να τιμωρηθούν για τα εγκλήματά τους. Και ο κόσμος συνεχίζει…
Το ερώτημα σίγουρα δεν είναι αν υπήρχε μόνο ένα τέρας-Έπσταϊν. Το ερώτημα είναι πόσοι αντίστοιχοι τέτοιοι μηχανισμοί τύπου Έπσταϊν λειτουργούν σήμερα, αθέατοι, σε άλλες πρωτεύουσες, με άλλα ονόματα. Πριν χρόνια είχε γίνει σάλος με ένα ανάλογο κύκλωμα εκμετάλλευσης ανηλίκων στο Βέλγιο, όπου μάλιστα κάποιες, ενήλικες πλέον, κοπέλες-θύματά του είχαν περιγράψει τη φρίκη με ονόματα και διευθύνσεις. Με διεθνείς ολιγάρχες του χρήματος και ηγέτες της διεθνούς πολιτικής σκηνής.
Το πιο άβολο ερώτημα όλων: πόσες αποφάσεις που επηρεάζουν εκατομμύρια ανθρώπους λαμβάνονται από πρόσωπα που κάποτε βρέθηκαν σε εκείνα τα σαλόνια, σε εκείνα τα αεροπλάνα, σε εκείνα τα νησιά, σε εκείνα τα υπόγεια των βασανιστηρίων ανηλίκων;
Όταν η εξουσία εκχωρείται στην διαστροφή και στο έγκλημα, και το έγκλημα αυτό συναντά την καταγραφή, γεννιέται ο εκβιασμός. Όταν ο εκβιασμός περικυκλώνει την κορυφή της πυραμίδας της ισχύος, τότε η δημοκρατία γίνεται εύθραυστη.
Η υπόθεση Έπσταϊν δεν έκλεισε με έναν θάνατο σε κελί, ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε.
Έκλεισε πρόχειρα, και όσο παραμένουν σκιές γύρω από τα ονόματα, τις πτήσεις, τα οπτικά και ηχητικά αρχεία που παραμένουν απόρρητα λες και είναι κρατικά διαβαθμισμένο υλικό, τόσο θα παραμένει εύλογη η υποψία ότι πολλοί από τους σημερινούς ισχυρούς του πλανήτη έχουν εμπλοκή, άμεση ή έμμεση, σε ένα από τα πιο σκοτεινά σκάνδαλα της εποχής μας.
Η υπόθεση αυτή αποτελεί ρωγμή στην αξιοπιστία των ανά τον κόσμο ισχυρών, των τζετ σέττερζ που κυκλοφορούν σε νησιά της Καραϊβικής, σε ελβετικά χιονοδρομικά χωριά, και στις πρωτεύουσες του κόσμου για την αναψυχή τους.
Κυρίως όμως αποτελεί μια φτυσιά στο πρόσωπο όλων των κανονικών, νομοταγών, φιλήσυχων κανονικών ανθρώπων ανά την υφήλιο, που διάγουν και ολοκληρώνουν την μετριοπαθή ζωή τους με κάποιους δεδομένους κανόνες ηθικής και νόμων, τους οποίους συνειδητά κάποιοι ισχυροί αφήνονται να καταπατούν και να διαλύουν, εγκληματώντας επάνω στις ανήλικες κόρες των άλλων. Κάτι σαν τους βρυκόλακες των παραμυθιών δηλαδή, αλλά χωρίς να τους μπήγουν το ξύλινο παλούκι στο στέρνο, στο τέλος.
Δυστυχώς, αυτά.
CAPITAL

