Δεν ήταν μηχάνημα. Ήταν ομολογητήριο με κέρμα. Η Ελλάδα της φτώχειας, της ξενιτιάς και του λαϊκού τραγουδιού έβαζε μία δραχμή και αγόραζε τρία λεπτά παρηγοριά.
Το τζούκμποξ δεν ήρθε απλώς στην Ελλάδα. Έγινε Ελλάδα.
Δεν στάθηκε σε μια γωνία καφενείου σαν ξένο αντικείμενο. Ρίζωσε μέσα στον καπνό, στα ποτήρια, στις καρέκλες, στα βλέμματα που δεν σήκωναν πολλά λόγια. Έγινε ο ψυχίατρος της δραχμής. Ο ομολογητής των φτωχών. Το μηχάνημα που δεν ρωτούσε τίποτα, αλλά τα άκουγε όλα.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, τα πρώτα Wurlitzer και Rock-Ola άρχισαν να εμφανίζονται σε λιμάνια και μεγάλες πόλεις: Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Πάτρα. Τα έφερναν ναυτικοί, μετανάστες, άνθρωποι που γύριζαν από την Αμερική μαζί με τσίχλες, τζιν, αναπτήρες, ραδιόφωνα και όνειρα.
Σιγά σιγά μπήκαν στα καφενεία, στις ταβέρνες, στα ζαχαροπλαστεία, στα λαϊκά στέκια. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, κάθε συνοικία είχε το δικό της. Δραπετσώνα, Κοκκινιά, Καλαμαριά, Ταμπάκικα. Εκεί όπου η ζωή μύριζε ιδρώτα, φτώχεια, τσιγάρο και βασιλικό στο παράθυρο.
Μία δραχμή, τρία λεπτά παρηγοριά
Η Ελλάδα εκείνων των χρόνων είχε τρεις μεγάλες πληγές: καημό, φτώχεια και ξενιτιά.
Άνθρωποι έφευγαν για Γερμανία, Αυστραλία, Αμερική. Μάνες αποχαιρετούσαν παιδιά στα λιμάνια. Γυναίκες έμεναν πίσω με ένα γράμμα τον μήνα. Άντρες γύριζαν από οικοδομές, εργοστάσια και καράβια, με τα χέρια σπασμένα από τη δουλειά και την ψυχή πιο σπασμένη από τη μοναξιά.
Δεν υπήρχαν ψυχολόγοι για τον λαϊκό άνθρωπο. Υπήρχε το κουμπί Γ4.
Δεν υπήρχαν κινητά για να πεις «μου λείπεις». Υπήρχε το Α2.
Δεν υπήρχε εύκολος τρόπος να κλάψεις δημόσια. Υπήρχε το τζούκμποξ.
Έριχνες τη δραχμή και ακουγόταν εκείνο το μεταλλικό, μικρό, σχεδόν ιερό «γκλαν». Ο ήχος που σήμαινε: «υπάρχω». Μετά διάλεγες τραγούδι. Α1, Β3, Γ4. Τα κουμπιά ήξεραν τους καημούς καλύτερα από τους ανθρώπους.
Και όταν άρχιζε η βελόνα να παίζει, το μαγαζί άλλαζε. Δεν ήταν πια καφενείο. Γινόταν εκκλησία χωρίς παπά. Γινόταν μνημόσυνο ζωντανών.
Το λαϊκό τραγούδι δεν έπαιζε μουσική. Έπαιζε μαχαίρι
Το τζούκμποξ στην Ελλάδα δεν έπαιζε απλώς τραγούδια. Έπαιζε πληγές.
Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Μπέλλου, Πόλυ Πάνου, Πάνος Γαβαλάς. Φωνές που δεν τραγουδούσαν για να περάσει η ώρα. Τραγουδούσαν για να αντέξει η ώρα.
Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» δεν ήταν επιλογή. Ήταν διάγνωση.
Η «Μαντουμπάλα» δεν ήταν εξωτισμός. Ήταν η μάνα που έμενε πίσω.
Το «Είμαι αητός χωρίς φτερά» δεν ήταν στίχος. Ήταν ο φυλακισμένος, ο εξόριστος, ο άνθρωπος που ζούσε με κομμένα φτερά.
Το «Πόσο λυπάμαι» δεν ήταν ερωτικό τραγούδι μόνο. Ήταν ο ξενιτεμένος που δεν ήξερε αν θα γυρίσει ίδιος ή αν θα τον θυμούνται ίδιο.
Γι’ αυτό και το τζούκμποξ έγινε λαϊκό. Γιατί δεν ζητούσε μόρφωση, εισιτήριο, πρόσκληση ή σαλόνι. Ήθελε μόνο μία δραχμή. Και αυτή η δραχμή αγόραζε τρία λεπτά που ο πόνος δεν ήταν ιδιωτικός.
Τρία λεπτά δεν πονούσες μόνος. Πονούσε όλο το μαγαζί μαζί σου.
Οι άνθρωποι του τζούκμποξ
Κάθε τζούκμποξ είχε τους δικούς του ανθρώπους.
Ο ναυτικός που γύριζε από ταξίδι και έβαζε πάντα το ίδιο τραγούδι. Γιατί κάποια είχε φύγει Κυριακή. Ή γιατί εκείνος είχε φύγει Κυριακή και δεν συγχώρεσε ποτέ τον εαυτό του.
Η καπνεργάτρια που διάλεγε το «Θα γυρίσει», γιατί ο άντρας της ήταν στη Γερμανία. Και όταν το τραγούδι άρχιζε, δεν μιλούσε κανείς. Εκείνη μπορεί να χόρευε μόνη, σχεδόν ακίνητη, ανάμεσα στα τραπέζια.
Ο χτίστης που έβαζε τραγούδι το Σάββατο βράδυ, όχι επειδή είχε λεφτά, αλλά επειδή δεν του έφταναν τα λεφτά. Γιατί καμιά φορά ο άνθρωπος δεν τραγουδάει από χαρά. Τραγουδάει για να μην ουρλιάξει.
Η μάνα που άκουγε «Μαντουμπάλα» και σκεφτόταν το παιδί στην Αυστραλία. Εκείνο που έγραφε «είμαι καλά» για να μην την πονέσει περισσότερο.
Το τζούκμποξ ήταν η δημόσια εξομολόγηση μιας χώρας που είχε μάθει να σιωπά.
Το τέλος μιας εποχής
Κάπου ανάμεσα στο 1970 και στο 1975, το τζούκμποξ άρχισε να αποσύρεται.
Ήρθε η τηλεόραση. Ήρθαν τα μπουζούκια με τα μεγάλα φώτα. Ήρθαν τα 45άρια στα σπίτια. Η μουσική μπήκε στο σαλόνι, στο ραδιόφωνο, στην κασέτα, αργότερα στο αυτοκίνητο.
Το τζούκμποξ βγήκε στην αποθήκη.
Το σκέπασαν με κουβέρτα.
Αλλά οι παλιοί καφετζήδες έλεγαν πως τα βράδια το άκουγαν ακόμη.
«Γκλαν».
Και το πρωί έβρισκαν πάνω του μια δραχμή.
Γιατί οι καημοί δεν πεθαίνουν. Γυρίζουν. Και ξαναρίχνουν κέρμα.
Η κόλαση ήταν το τζούκμποξ σβηστό. Γιατί τότε άκουγες τον δικό σου καημό χωρίς μουσική. Γυμνό.
Ο παράδεισος ήταν τα τρία λεπτά που κρατούσε το τραγούδι.
Τρία λεπτά πατρίδα.
Τρία λεπτά μάνα.
Τρία λεπτά «θα γυρίσει».
Και η Ιθάκη ήταν εκείνο το «γκλαν».
Ο μικρός μεταλλικός ήχος που έλεγε: «Ακόμα υπάρχω. Ακόμα πονάω. Ακόμα ελπίζω».
Σήμερα τα τζούκμποξ βρίσκονται σε μουσεία, σε ρετρό καφενεία, σε συλλογές, σε φωτογραφίες και σε μνήμες.
Τα παιδιά μπορεί να τα κοιτάζουν σαν παράξενα μεγάλα κινητά.
Οι παλιοί, όμως, όταν τα βλέπουν, δεν γελούν.
Σωπαίνουν.
Γιατί θυμούνται ότι κάποτε, σε αυτή τη χώρα, μια δραχμή μπορούσε να αγοράσει κάτι ανεκτίμητο:
τρία λεπτά που δεν ήσουν μόνος.

