Ήταν Παρασκευή πρωί, μπροστά στο σχολείο του γιου μου. Ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ, παρατημένο στην άκρη του δρόμου, έλαμψε μπροστά μου. Για μια στιγμή ένιωσα τυχερή. Όμως σχεδόν αμέσως, μια σκέψη διαπέρασε την καρδιά μου σαν κεραυνός: «Κι αν το έχασε μια μάνα; Μια γυναίκα σαν εμένα, που τρέχει λαχανιασμένη ανάμεσα σε δουλειά, παιδιά, λογαριασμούς;»
Και τότε, σαν να άνοιξε μια πόρτα μνήμης, είδα τη μητέρα μου. Χρόνια πριν, να κλαίει πικρά επειδή είχε χάσει τον εβδομαδιαίο μισθό της. Θυμήθηκα το βλέμμα της, τη σιωπηλή απόγνωση, και μαζί την απρόσμενη ζεστασιά των συναδέλφων της που στάθηκαν δίπλα της, μαζεύοντας χρήματα για να τη βοηθήσουν. Αυτή η ανάμνηση με λύγισε· κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω.
Πήγα στο σχολείο και ρώτησα: «Έχασε κανείς χρήματα;» Η δασκάλα με κοίταξε με απορία. «Ήταν μήπως χαρτονόμισμα των 50 ευρώ;» ρώτησε. Σε λίγα λεπτά βρέθηκε η ιδιοκτήτρια: μια μητέρα, με μάτια κατακόκκινα, να κρατά το πρόσωπό της στα χέρια. Το πενηντάρικο ήταν για να αγοράσει φαγητό για τα παιδιά. Δεν πίστευε ποτέ πως κάποιος θα το επέστρεφε.
Κι εγώ εκείνη τη στιγμή δεν ένιωσα πλούσια από το εύρημα, αλλά από την επιλογή. Ευχαρίστησα τον Θεό όχι για τα λεφτά που βρέθηκαν, αλλά για τη δύναμη που είχα να τα δώσω πίσω. Γιατί το αληθινό πεπρωμένο δεν χτίζεται πάνω στην ατυχία κανενός.
Πλούτος δεν είναι οι τσέπες μας. Είναι η καρδιά μας· όταν επιλέγει το καλό, ακόμη κι όταν κανείς δεν μας βλέπει.
Στις δύσκολες ημέρες που περνάμε, ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα: να γινόμαστε η απόδειξη ότι η ανθρωπιά υπάρχει ακόμα.
Ευτυχία Κολιού

