Αρκετά με την αποστειρωμένη, ακίνδυνη και ψευτοευγενική αφήγηση της Επανάστασης. Το ’21 δεν το έγραψαν σαλόνια, επιτροπές και καλοχτενισμένοι πατριωτισμοί. Το έγραψαν άντρες και γυναίκες που μπήκαν στη φωτιά αποφασισμένοι να σκοτώσουν και να πεθάνουν.
Δεν ξεσηκώθηκαν οι βιτρίνες — ξεσηκώθηκαν οι αλύγιστοι
Τον Ξεσηκωμό δεν τον έκαναν λευκοντυμένες καρτ ποστάλ και εθνικά φολκλόρ για σχολικές γιορτές. Δεν τον έκαναν ευγενείς της ασφάλειας, ούτε καλοαναθρεμμένες φιγούρες που θαύμαζαν την ελευθερία από ασφαλή απόσταση. Τον έκαναν αγριεμένοι κλέφτες, αρματολοί, καπεταναίοι, μπαρουτοκαπνισμένοι πολεμιστές, άνθρωποι που δεν έμαθαν να σκύβουν και δεν γεννήθηκαν για να υπηρετούν αφέντες.
Φορούσαν λερή φουστανέλα, τρύπια τσαρούχια και κουβαλούσαν στην ψυχή τους μίσος για την τυραννία και δίψα για λευτεριά. Δεν ζητούσαν άδεια από κανέναν. Δεν περίμεναν πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης. Δεν μπήκαν στον Αγώνα για να αρέσουν στους μεταγενέστερους αναλυτές. Μπήκαν για να γκρεμίσουν τον δυνάστη.
Το ’21 δεν ήταν σεμινάριο ιδεών — ήταν εθνικός πόλεμος μέχρις εσχάτων
Ας τελειώνουμε κάποτε με τα βολικά ψέματα. Η Επανάσταση δεν ήταν μια κομψή πολιτική διαμαρτυρία με ιστορικό φίλτρο. Δεν ήταν διάλεξη περί Διαφωτισμού για ήσυχες αίθουσες. Ήταν πόλεμος. Κανονικός πόλεμος. Με σφαγές, φωτιά, πείνα, αίμα, εκδίκηση, αντίποινα, ολοκαυτώματα και ανείπωτη αγριότητα.
Οι αγωνιστές δεν πετούσαν ροδοπέταλα. Έριχναν μπαρούτι και μολύβι. Δεν έγραφαν ανακοινώσεις ευαισθησίας. Τραβούσαν γιαταγάνια. Δεν αναρωτιούνταν αν ο πόλεμος είναι σκληρός. Το ήξεραν. Και γι’ αυτό ακριβώς έμειναν στην Ιστορία: γιατί ενώ έβλεπαν τη φρίκη κατάματα, δεν γύρισαν την πλάτη. Διάλεξαν να αντέξουν, να χτυπήσουν, να ματώσουν και να συνεχίσουν.
Το Γένος σηκώθηκε όρθιο — όχι οι βολεμένοι του φόβου
Τον Αγώνα δεν τον έκαναν οι αυλοκόλακες, οι βολεμένοι, οι φοβισμένοι γραφειοκράτες της υποταγής. Δεν τον έκαναν όσοι μέτραγαν το προσωπικό τους συμφέρον και φύλαγαν τη βολή τους. Τον έκαναν χωριάτες, ναυτικοί, γυναίκες, παπάδες της πρώτης γραμμής, παιδιά που έγιναν άντρες μέσα στον καπνό της μάχης, μορφωμένοι νέοι της διασποράς που πέταξαν στα σκουπίδια την ασφαλή ζωή για να μπουν στον θάνατο με το όνομα της Ελλάδας στο στόμα.
Η Επανάσταση ήταν υπόθεση συνολική, λαϊκή, εθνική και υπαρξιακή. Ήταν η στιγμή που το Γένος αρνήθηκε να ζει γονατισμένο. Και γι’ αυτό έχει τέτοιο βάρος: γιατί δεν γεννήθηκε από άνεση, αλλά από ασφυξία. Δεν προέκυψε από πολιτισμένη συνεννόηση, αλλά από την αδυσώπητη ανάγκη να σπάσει ο ζυγός.
Όποιος παρουσιάζει το 1821 σαν ακίνδυνο πανηγυράκι με φουστανέλες, μουσικές και ωραιοποιημένες αφηγήσεις, δεν τιμά την Ιστορία — την ευνουχίζει. Το ’21 ήταν κραυγή πολέμου, πράξη αίματος και όρκος ελευθερίας. Και γράφτηκε από ανθρώπους που δεν ζήτησαν ποτέ να τους συμπαθήσεις. Μόνο να θυμάσαι γιατί πολέμησαν: για να μην προσκυνά η Ελλάδα κανέναν.

