Του Άγη Βερούτη
Η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα βαφτίζεται συχνά αλλαγή νοοτροπίας, λες και μια ολόκληρη γενιά ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε ότι δεν της χρειάζεται μέλλον. Είναι η βολική εξήγηση μιας χώρας που προτιμά να κάνει ψυχογραφήματα στους νέους αντί να κοιτά τους λογαριασμούς που σκάνε κάθε μήνα πάνω στο τραπέζι τους. Η αλήθεια είναι πιο ωμή. Η Ελλάδα γεννά λιγότερο επειδή έχει κάνει τη ζωή ακριβότερη απ’ όσο αντέχεται.
Καμιά κοινωνία δεν ανανεώνεται όταν η εργασία εξασφαλίζει μόνο μια παρατεταμένη κατάσταση άμυνας. Όταν ο μισθός φτάνει ίσα-ίσα για να περάσει ο μήνας, και συχνά ούτε γι’ αυτό, το να κάνεις παιδί μοιάζει επικίνδυνο.
Το πρώτο και βαρύτερο χτύπημα έρχεται από τη στέγη. Το ενοίκιο έχει πάψει να είναι δαπάνη κατοικίας και έχει γίνει προείσπραξη ζωής. Ένα μεγάλο κομμάτι του μισθού χάνεται πριν προλάβει να υπάρξει οτιδήποτε άλλο, πριν εμφανιστούν το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ και οι υπόλοιπες ανάγκες της καθημερινότητας. Ένα νέο ζευγάρι δεν χρειάζεται θεωρίες για να αναβάλει το παιδί. Του αρκεί να ανοίξει το e-banking.
Η στεγαστική κρίση είναι προϊόν επιλογών, και αρκετά κυνικών μάλιστα.
Για χρόνια το κράτος λειτούργησε σαν διαχειριστής αποδόσεων της ιδιοκτησίας και όχι σαν εγγυητής μιας κοινωνίας που πρέπει να μπορεί να κατοικεί. Άφησε κατοικίες να φεύγουν από τη μακροχρόνια μίσθωση προς πιο κερδοφόρες χρήσεις, πάγωσε την ανανέωση της προσφοράς με ένα πλαίσιο που έπνιξε την οικοδομή, ανέχθηκε ένα τεράστιο απόθεμα παλιών ακινήτων να ρημάζει στα χέρια των funds, και καθυστερεί όσο δεν παίρνει μια σοβαρή πολιτική προσιτής κατοικίας για νέα ζευγάρια.
Η ίδια λογική πέρασε και στην ενέργεια.
Μετά το 2022 το ενεργειακό κόστος μπήκε σαν δεύτερο νοίκι, ενώ ρίζωσε μέσα στο καλάθι σαν αόρατος φόρος σε όλα. Όταν η δομή της αγοράς και η φορολογία κρατούν αυτή την πίεση έντονη, το νοικοκυριό πληρώνει ξανά και ξανά για το ίδιο πράγμα από διαφορετικές πληγές. Μέρος αυτής της αφαίμαξης δεν μένει καν στην αγορά. Ανεβαίνει στο κράτος και ταΐζει έναν μηχανισμό που μεγαλώνει πάνω στο ίδιο κόστος που λυγίζει την κοινωνία.
Σε κρίσιμους τομείς η ελληνική οικονομία λειτουργεί με τέτοια συγκέντρωση ισχύος ώστε ο ανταγωνισμός αδυνατεί να συμπιέσει τις τιμές. Οι τιμές ανεβαίνουν εύκολα, υποχωρούν δύσκολα και μένουν ψηλά. Αυτό είναι αναδιανομή ισχύος υπέρ εκείνων που μπορούν να μετατρέπουν τη βασική ανάγκη των πολλών σε ασφαλές περιθώριο κέρδους για λίγους.
Αυτή είναι η μεγάλη ελληνική αντίφαση.
Η οικονομία εμφανίζει ανάπτυξη, οι οίκοι αξιολόγησης μοιράζουν εύσημα, τα υπερπλεονάσματα παρουσιάζονται ως τεκμήριο σοβαρότητας, και την ίδια ώρα ο πολίτης πληρώνει ακριβή στέγη, ακριβή ενέργεια και ακριβότερο καλάθι. Αυτό το μοντέλο παράγει αριθμούς στην κορυφή αφαιρώντας οξυγόνο από τη βάση.
Και κάπου εκεί, μακριά από πίνακες και θριαμβολογίες, ένα νέο ζευγάρι κάθεται στην άκρη του κρεβατιού του και μετρά αν χωράει παιδί στον προϋπολογισμό του μετά το νοίκι, το ρεύμα και το σούπερ μάρκετ. Εκεί τελειώνουν όλα τα ωραία λόγια και η ζωή βγαίνει μείον.
Η υπογεννητικότητα παύει πλέον να είναι ένα αφηρημένο ζήτημα.
Είναι το φυσικό αποτέλεσμα μιας οικονομίας που στεγνώνει το διαθέσιμο εισόδημα για να μείνουν όρθιες οι αποδόσεις σε στέγη, ενέργεια και κλειστές αγορές. Αυτή είναι η μεγάλη ελληνική υποκρισία. Πρώτα κάνουμε την οικογένεια οικονομικά επισφαλή, ύστερα κοιτάμε τα νούμερα και αναρωτιόμαστε, και στο τέλος παριστάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε. Μυστήριο δεν υπάρχει. Υπάρχει λογαριασμός.
Το κράτος απαντά με επιδόματα και προσωρινές διευκολύνσεις. Προσφέρει λίγη ανακούφιση, αλλά αφήνει άθικτη τη μηχανή που παράγει την ασφυξία. Επιστρέφει ένα μικρό μέρος του κόστους που το ίδιο ανέχεται ή συντηρεί και ύστερα εμφανίζεται ως προστάτης. Με απλά λόγια, δίνει στον πολίτη όσα χρειάζονται για να μη σωριαστεί, αλλά όχι όσα χρειάζονται για να σταθεί όρθιος. Γιατί το ίδιο σύστημα που τον πιέζει, τον χρειάζεται. Χρειάζεται τα έσοδά του για να συντηρεί ένα κράτος που έχει μάθει να απλώνεται όσο αντέχει να πληρώνεται.
Η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα πηγάζει από την εκπαίδευση στην αβεβαιότητα. Οι νέοι μαθαίνουν κάθε μέρα ότι η στέγη είναι βάρος, η ενέργεια μόνιμη απειλή και ο μισθός ανεπαρκής. Κοινωνία που αναγκάζει τους ανθρώπους να ζυγίζουν το παιδί σαν οικονομική ζημιά έχει ήδη αποτύχει σε κάτι βαθύτερο από την ανάπτυξη. Έχει αποτύχει στον λόγο ύπαρξής της.
Η χώρα δεν βγαίνει από αυτή την παγίδα με καμπάνιες, ηθικά κηρύγματα και επιδόματα. Θα βγει μόνο όταν σταματήσει να προστατεύει ισορροπίες που βολεύουν τους ήδη ισχυρούς. Όταν η στέγη ξαναγίνει όρος ζωής και όχι μηχανισμός αφαίμαξης. Όταν ο μισθός πάψει να είναι απλή παράταση επιβίωσης. Όταν το κράτος θυμηθεί ότι υπάρχει για να φροντίζει την κοινωνία, και όχι η κοινωνία για να ταΐζει το κράτος.
Μέχρι τότε, το δημογραφικό θα συνεχίσει να παρουσιάζεται σαν αίνιγμα. Η απάντηση είναι ήδη εδώ. Η υπογεννητικότητα δεν είναι παρενέργεια. Είναι το endgame ενός συστήματος που έμαθε να τρέφει την απληστία του παρόντος τρώγοντας το ίδιο του το μέλλον.
Όταν μια χώρα θυσιάζει παιδιά που δεν θα γεννηθούν για να μη χαλάσει τις αποδόσεις εκείνων που ήδη κερδίζουν, και για να συνεχίσει να ταΐζει ένα κράτος που δεν χορταίνει ποτέ, τότε το δημογραφικό δεν είναι πρόβλημα.
Είναι ομολογία.
CAPITAL

