Οι τρεις πιο εξωφρενικές «χοντράδες» της υπόθεσης Predator δεν αθωώνουν κανέναν. Αντίθετα, δείχνουν τον πανικό ενός συστήματος που δεν μπορεί πλέον να εξηγήσει λογικά τα ανεξήγητα.
Στην υπόθεση των υποκλοπών δεν έχουμε απλώς μια βαριά σκιά πάνω από τη Δημοκρατία. Έχουμε ένα ολόκληρο εργοστάσιο φθηνών δικαιολογιών, τόσο πρόχειρων και τόσο προσβλητικών για τη νοημοσύνη των πολιτών, που στο τέλος λειτουργούν ως ομολογία αδυναμίας. Όταν το αφήγημα χρειάζεται τέτοιες «χοντράδες» για να σταθεί όρθιο, τότε δεν μιλάμε για υπεράσπιση της αλήθειας. Μιλάμε για επιχείρηση συγκάλυψης.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι μόνο όσα αποκαλύφθηκαν. Είναι ότι, στην αγωνία της να μαζέψει τα ασυμμάζευτα, αναγκάστηκε να ανεχθεί ή να αξιοποιήσει επιχειρήματα που καταρρέουν με την πρώτη επαφή με την κοινή λογική. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό της αδιέξοδο: δεν πείθει, δεν καθαρίζει το τοπίο, δεν κλείνει την υπόθεση. Τη βουλιάζει περισσότερο.
Η απόπειρα βαφτίστηκε… σχεδόν αθώα πράξη
Η πρώτη μεγάλη «χοντράδα» είναι η απόπειρα υποβάθμισης του ίδιου του εγκλήματος. Μας είπαν, περίπου, ότι αφού αρκετά από τα θύματα δεν άνοιξαν το παγιδευμένο link, το πράγμα δεν είναι και τόσο σοβαρό. Δηλαδή τι ακριβώς; Ότι αν κάποιος στήσει τον μηχανισμό, αλλά δεν πετύχει σε όλες τις περιπτώσεις, πρέπει να του αναγνωρίσουμε ελαφρυντικά;
Αυτή η λογική είναι πολιτικά και ηθικά αδιανόητη. Είναι σαν να πριονίζεις τα φρένα ενός αυτοκινήτου και μετά να ζητάς συγχαρητήρια επειδή ο οδηγός δεν το έβαλε μπρος. Η πράξη παραμένει πράξη. Η απόπειρα παραμένει απόπειρα. Και η πρόθεση παραμένει σκοτεινή, οργανωμένη και επικίνδυνη.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι γιατί δεν άνοιξαν όλοι το link. Το ερώτημα είναι ποιος το έστησε, ποιος το πλήρωσε, ποιος το κάλυψε και ποιος συνεχίζει ακόμη και σήμερα να παριστάνει ότι δεν καταλαβαίνει.
Η κάρτα, το PIN και το παραμύθι που δεν στεκόταν ούτε πέντε λεπτά
Η δεύτερη «χοντράδα» είναι σχεδόν μνημείο εμπαιγμού. Η ιστορία ότι η κάρτα με την οποία πληρώθηκαν τα ύποπτα μηνύματα είχε χαθεί, ότι κάποιοι τη βρήκαν και ότι, ω του θαύματος, βρήκαν ή γνώριζαν και το PIN, δεν είναι σοβαρή εκδοχή. Είναι αφήγηση απελπισίας.
Για να σταθεί αυτή η θεωρία, πρέπει να δεχθεί ο πολίτης ότι η πραγματικότητα λειτουργεί σαν κακό σενάριο τρίτης διαλογής. Ότι όλα έγιναν τυχαία. Ότι όλα συνέπεσαν. Ότι κανείς δεν ήξερε τίποτα, κανείς δεν συνέδεε τίποτα και ότι η λογική πρέπει απλώς να βγει από την αίθουσα για να περάσει ανενόχλητη η βολική εκδοχή.
Και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται ο πραγματικός στόχος: όχι να δοθεί πειστική εξήγηση, αλλά να θαφτεί η διαδρομή. Να σβηστεί η σύνδεση. Να θολώσει η εικόνα. Να μείνει στο τέλος ένα γενικό «δεν ξέρουμε», μήπως και σωθούν οι κρίσιμοι κρίκοι της αλυσίδας.
Οι “συμπτώσεις” που ξεπλένουν την ΕΥΠ δεν είναι συμπτώσεις — είναι κραυγή
Η τρίτη «χοντράδα» είναι ίσως η πιο εξοργιστική: ότι το γεγονός πως τουλάχιστον ένα σημαντικό μέρος των στόχων του Predator παρακολουθούνταν και από την ΕΥΠ είναι, λέει, απλή σύμπτωση. Επειδή η ΕΥΠ παρακολουθούσε πολύ κόσμο. Άρα τίποτε δεν σημαίνει τίποτε.
Αυτό δεν είναι επιχείρημα. Είναι κανονική προσβολή της λογικής. Όταν δύο παράλληλοι μηχανισμοί πέφτουν πάνω στους ίδιους ανθρώπους, στο ίδιο πεδίο, στην ίδια περίοδο, δεν μιλάμε για τυχαίο φαινόμενο. Μιλάμε για μοτίβο. Και όταν υπάρχει μοτίβο, υπάρχει και ανάγκη εξήγησης. Όχι υπεκφυγής.
Γι’ αυτό και όσα ακολούθησαν δεν αποκατέστησαν το κύρος της Δικαιοσύνης, αλλά άνοιξαν ακόμη βαθύτερα το ρήγμα. Διότι όταν μια μεταγενέστερη δικαστική εξέλιξη συντρίβει το πνεύμα μιας προηγούμενης απαλλακτικής λογικής, αυτός που μένει περισσότερο εκτεθειμένος δεν είναι μόνο ο πολιτικός κόσμος. Είναι και το ίδιο το θεσμικό οικοδόμημα που έσπευσε να βάλει πλάτη στη βολική εκδοχή.
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν σαπίζει επειδή λείπουν ερωτήματα. Σαπίζει επειδή περισσεύουν οι γελοίες απαντήσεις. Και όταν ένα σύστημα εξουσίας αναγκάζεται να στηρίξει τη σωτηρία του σε τόσο χοντροκομμένες δικαιολογίες, τότε έχει ήδη προδοθεί μόνο του.
Δεν είναι η αντιπολίτευση που εκθέτει την κυβέρνηση. Δεν είναι μόνο οι αποκαλύψεις. Είναι ο ίδιος ο τρόπος της συγκάλυψης: άγαρμπος, προκλητικός, αλαζονικός. Και όσο περισσότερο προσπαθούν να κλείσουν την υπόθεση με θεσμικά κουρέλια, τόσο περισσότερο γράφουν μόνοι τους την ομολογία τους.
Στις υποκλοπές, το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι πια ότι παρακολουθούσαν. Είναι ότι ακόμη και τώρα επιμένουν να μας ζητούν να προσποιηθούμε πως δεν βλέπουμε.

