Ακόμα και αν είσαι απόλυτα ικανοποιημένος από την κυβέρνηση Μητσοτάκη – ναι, υπάρχουν και αυτοί οι ψηφοφόροι, όπως υπάρχουν και ψηφοφόροι του Αλέξη Τσίπρα ή της Ζωής – δύσκολα θα σε πείσουν ότι η ιστορία των υποκλοπών έχει διερευνηθεί ικανοποιητικά και δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανοίξει ο φάκελος ξανά. Μας λείπει άλλωστε το βασικότερο, έτσι δεν είναι: Ποιος έδωσε την εντολή για τις παρακολουθήσεις μέσω Predator;
Αμφιβάλει κανείς ότι ο Ντίλιαν έχει δίκιο, όταν λέει ότι η δική του εταιρεία, που έφερε το λογισμικό στην Ελλάδα, δεν συνεργάζεται με ιδιώτες, αλλά μόνο με κρατικές υπηρεσίες;
Όπως επίσης, ακόμα και αν είσαι φανατικός “λεγκαλιστής” που λέγαμε κάποτε, οπαδός της άποψης ότι όποια και να είναι η απόφαση της Δικαιοσύνης οφείλει να γίνεται σεβαστή- χωρίς μάλιστα αντίλογο- δύσκολα θα σε κάνουν να πιστέψεις ότι όλες οι αποφάσεις της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, δεν έχουν επηρεαστεί επ΄ουδενί και κατ΄ουδένα τρόπο από την εκτελεστική εξουσία. Δυσκολεύεσαι, πώς να το πω.
Γιατί ακόμα και αυτός που ορκίζεται στη διάκριση των εξουσιών και στον σεβασμό των θεσμών, πώς θα χαρακτηρίσει την άρνηση της ΕΥΠ να ενημερώσει τον Νίκο Ανδρουλάκη για τους λόγους της παρακολούθησής του, παρά την αντίθετη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας; Από μόνη της η υπηρεσία κάνει αντίσταση;
Υπάρχει βέβαια πάντα και ο αντίλογος:
Άκουγα χθες στο ραδιόφωνο, στην εκπομπή του Παύλου Τσίμα, τον επίτιμο πρόεδρο της Ένωσης Εισαγγελέων και πρώην Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον πάντα μετρημένο Βασίλη Μαρκή, να διαβεβαιώνει για την ακεραιότητα του Κωνσταντίνου Τζαβέλα και το ήθος του και προς στιγμήν οι πεποιθήσεις μου κλονίστηκαν. Αλλά και πάλι, δεν ακούγεται παράδοξο, ο ίδιος Εισαγγελέας που ήταν στην ΕΥΠ και έδωσε το πράσινο φως για την παρακολούθηση ενός ενοχλητικού δημοσιογράφου, να είναι ο ίδιος Εισαγγελέας που κρίνει αν έχουν παρουσιαστεί νέα δεδομένα στο σκάνδαλο και αν πρέπει να γίνει εκ νέου έρευνα; Μήπως υπάρχει ένα πρόβλημα;
Ναι, ίσως έχει δίκιο ο κ. Μαρκής όταν λέει ότι παραδοσιακά στην Ελλάδα, όταν η δικαστική απόφαση βολεύει τις επιδιώξεις μας και το κομματικό μας συμφέρον, τότε ναι υπάρχουν “δικασταί εις τα Αθήνας”, αλλά όταν δεν μας βολεύει η απόφαση και μας χαλάει τα πολιτικά μας σχέδια, τότε…προφανώς και υπαγορεύθηκε από την κυβέρνηση, που έχει ποδηγετήσει την Δικαιοσύνη κτλ κτλ. Έτσι συμβαίνει. Αλλά και πάλι. Είναι δυνατόν ο επιχειρηματίας που εμπορεύθηκε το κακόβουλο λογισμικό να μην έχει κληθεί ποτέ να καταθέσει;
Και πάλι: Είναι δυνατόν ο Εισαγγελέας που έκρινε ότι δεν έχουν παρουσιαστεί νέα στοιχεία, να μην προβληματίστηκε από το γεγονός ότι ο συνάδελφός του στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, που πρώτος έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, δεν έκανε καν μια έρευνα, έστω για τα μάτια του κόσμου;
Δεν υπάρχει νομικός στη χώρα που δεν πήρε θέση για την υπόθεση της αρχειοθέτησης του φακέλου των υποκλοπών, είτε υπέρ είτε κατά, και σίγουρα θα ακουστούν και άλλες απόψεις. Υπομονή, πάρτε θέση και απολαύστε τον καυγά.
Η κυβέρνηση πάντως ζορίζεται προφανώς. Και όσοι αναρωτιούνται γιατί υπάρχει αυτός ο ασφυκτικός έλεγχος της δικαστικής έρευνας, παρά το κόστος που εισπράττει η κυβέρνηση από τις κατηγορίες για κακοποίηση των θεσμών, η απάντηση είναι προφανής: Γιατί το κόστος από την τυχόν αποκάλυψη της αλήθειας, θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος που καταβάλλει η πλειοψηφία από τις κατηγορίες για συγκάλυψη.
Η υπόθεση υποτίθεται ότι έχει κριθεί στο παρελθόν σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, ότι δήθεν δεν ενδιαφέρει το θέμα τους πολίτες και άλλα τινά, που είναι ως ένα σημείο σωστά. Αλλά η κατηγορία της συγκάλυψης με την συνενοχή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης- θέμα στο οποίο άλλωστε έχουν επενδύσει και οι κάθε λογής αντίπαλοι της κυβέρνησης Μητσοτάκης, τόσο εντός όσο – κυρίως- εκτός πολιτικής σκηνής – καθώς συνδέεται μάλιστα με την υπόθεση των Τεμπών για την οποία η κοινή γνώμη είναι ακόμα πολύ ευαίσθητη, αυτή η αίσθηση αλαζονείας που εκπέμπει η εξουσία από την άρνηση της λογοδοσίας, και εκθέτει την κυβέρνηση και ζημιά της κάνει. Κυρίως όμως εγκλωβίζει την κυβερνητική παράταξη σε μια αρνητική ατζέντα, μια επικαιρότητα κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της αντιπολίτευσης, που δεν της επιτρέπει να ανασυνταχθεί είτε αξιοποιώντας το πακέτο των παροχών που ανακοινώθηκε είτε το αίσθημα της “συσπείρωσης γύρω από τη σημαία”, που προκάλεσε ο πόλεμος στον Κόλπο. Και φυσικά καθόλου τυχαίες δεν είναι και οι διαμαρτυρίες και οι αντιδράσεις των γαλάζιων βουλευτών, μετά την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Αγωνιούν για την επανεκλογή τους, που είναι και το μόνο που τους ενδιαφέρει. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Όχι ότι η επένδυση (ξανά) στην υπόθεση των υποκλοπών δεν έχει και ρίσκα. Ρίσκα για την αντιπολίτευση βέβαια, τουλάχιστον για εκείνη την αντιπολίτευση που διατυπώνει φιλοδοξίες κυβερνησιμότητας.
Δηλαδή κυρίως για το ΠΑΣΟΚ, που πρωτοστατεί στις διαμαρτυρίες και ετοιμάζει εξεταστική και πιθανώς και για το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, αλλά ίσως λιγότερο. Ο εγκλωβισμός σε μια τοξική αντιπολίτευση στον Κυριάκο Μητσοτάκη, οι υψηλοί τόνοι και η διαρκής διαμαρτυρία, ενδέχεται να αποξενώσουν ένα μετριοπαθές κοινό που είναι προϋπόθεση για την εκλογική επιτυχία, ένα κοινό που συνεχίζει να αγωνιά για την πολιτική σταθερότητα και την οικονομική πρόοδο.
Ακόμα χειρότερα: Η επιστροφή στην τοξική αντιπολίτευση και στην οξύτατη και μόνιμη πόλωση, μπορεί να δώσει και πάλι πόντους στην “αντιπολίτευση της υστερίας” σε βάρος της θεσμικής, όπως έγινε και με την υπόθεση των Τεμπών.
CAPITAL

