Αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες για καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ, η υπόθεση Ανδρουλάκη δεν θα είναι πια μόνο ελληνική πολιτική πληγή. Θα είναι ευρωπαϊκή θεσμική έκθεση της χώρας.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών επιστρέφει από εκεί όπου η κυβέρνηση θα ήθελε να μην είχε φτάσει ποτέ: από το Στρασβούργο. Η προσφυγή του Νίκου Ανδρουλάκη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν αφορά απλώς το αν παρακολουθήθηκε ένας πολιτικός αρχηγός. Αυτό έχει ήδη παραδεχθεί πολιτικά το ίδιο το σύστημα εξουσίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι άλλο: αν ένα κράτος μπορεί να επικαλείται τη «μυστικότητα» και την «εθνική ασφάλεια» για να αρνείται σε έναν πολίτη —και μάλιστα αρχηγό κοινοβουλευτικού κόμματος— να μάθει γιατί τέθηκε υπό παρακολούθηση.
Σύμφωνα με το «Βήμα», η απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου αναμένεται άμεσα, ενώ νομικοί κύκλοι θεωρούν πολύ πιθανή την καταδίκη της Ελλάδας, με βάση πρόσφατη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κατά της Βουλγαρίας για παρεμφερές ζήτημα άρνησης ενημέρωσης σε υπόθεση υπηρεσιών πληροφοριών.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η παρακολούθηση. Είναι η άρνηση λογοδοσίας
Η υπόθεση έχει μία θεσμικά εκρηκτική αφετηρία: το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης έπρεπε να ενημερωθεί για τους λόγους της παρακολούθησής του από την ΕΥΠ. Η απόφαση, όμως, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα, δεν εφαρμόστηκε ουσιαστικά. Το «Βήμα» σημειώνει ότι η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ παραμένει ανεκτέλεστη και ότι ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ προσέφυγε στο ΕΔΔΑ ζητώντας την καταδίκη της Ελλάδας για αυτή την πρακτική.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης. Δεν συζητάμε απλώς για ένα «σφάλμα» της ΕΥΠ, ούτε για μια υπόθεση που μπορεί να θαφτεί πίσω από τυπικές διατυπώσεις. Συζητάμε για το αν η ελληνική Πολιτεία σέβεται τις αποφάσεις της δικής της ανώτατης Δικαιοσύνης και αν παρέχει πραγματικό ένδικο βοήθημα σε έναν πολίτη που τέθηκε υπό μυστική επιτήρηση.
Το ΕΔΔΑ είχε ήδη αποφασίσει να εξετάσει κατά προτεραιότητα την προσφυγή Ανδρουλάκη, ακριβώς για τη μη συμμόρφωση της ΕΥΠ με την απόφαση του ΣτΕ που αφορούσε την επίσημη ενημέρωσή του.
Το δεδικασμένο της Βουλγαρίας δείχνει την κατεύθυνση
Η πρόσφατη υπόθεση Kanev and Bulgarian Helsinki Committee v. Bulgaria είναι το σημείο-κλειδί. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δηλαδή του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, επειδή οι βουλγαρικές αρχές αρνήθηκαν να δώσουν ουσιαστική απάντηση για το αν είχαν συλλέξει πληροφορίες μέσω υπηρεσιών ασφαλείας, χωρίς να υπάρχουν αποτελεσματικές εγγυήσεις ελέγχου απέναντι στην αυθαιρεσία.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα κράτη μπορούν, για λόγους εθνικής ασφάλειας, να διατηρούν μη δημόσια συστήματα συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών. Όμως αυτό δεν σημαίνει λευκή επιταγή. Αν ο πολίτης δεν μπορεί να γνωρίζει, πρέπει τουλάχιστον να υπάρχει πραγματικός, ανεξάρτητος και αποτελεσματικός μηχανισμός ελέγχου. Στην υπόθεση της Βουλγαρίας, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τέτοιες εγγυήσεις δεν λειτούργησαν.
Αυτό ακριβώς είναι το επικίνδυνο σημείο για την Ελλάδα: εάν το Στρασβούργο κρίνει ότι η άρνηση ενημέρωσης Ανδρουλάκη και η μη εφαρμογή της απόφασης του ΣτΕ συνιστούν έλλειψη αποτελεσματικής προστασίας, τότε η χώρα δεν θα καταδικαστεί απλώς για μια μεμονωμένη υπόθεση. Θα καταδικαστεί για θεσμικό έλλειμμα.
Η υπόθεση δεν έκλεισε. Απλώς μεταφέρθηκε στην Ευρώπη
Παρά τις προσπάθειες να εμφανιστεί ο φάκελος των υποκλοπών ως «λήξας», τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν το αντίθετο. Η ελληνική Δικαιοσύνη έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπη με επιμέρους ποινικές διαστάσεις της υπόθεσης Predator, ενώ τον Φεβρουάριο ελληνικό δικαστήριο καταδίκασε τέσσερα πρόσωπα για παραβίαση προσωπικών δεδομένων και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών σοβαρότερων αδικημάτων, μεταξύ των οποίων και η κατασκοπεία.
Άρα, η πολιτική αφήγηση περί «κλειστής υπόθεσης» δεν στέκεται. Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή δικαστικά, πολιτικά και ευρωπαϊκά. Και όσο το ερώτημα «γιατί παρακολουθήθηκε ο Ανδρουλάκης;» μένει αναπάντητο, τόσο βαθαίνει η σκιά πάνω από τους θεσμούς.
Το πλήγμα στο κράτος δικαίου
Μια ενδεχόμενη καταδίκη της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ θα έχει βαρύ συμβολισμό. Δεν θα αφορά μόνο το ΠαΣοΚ. Δεν θα αφορά μόνο τον Ανδρουλάκη. Θα αφορά κάθε πολίτη που μπορεί να τεθεί υπό παρακολούθηση και μετά να βρεθεί απέναντι σε ένα τείχος σιωπής, επίκλησης απορρήτου και θεσμικής άρνησης.
Διότι κράτος δικαίου δεν είναι να παρακολουθείς και μετά να ζητάς από τον πολίτη να σε εμπιστευθεί. Κράτος δικαίου είναι να υπάρχουν κανόνες, έλεγχος, αιτιολόγηση, λογοδοσία και σεβασμός στις δικαστικές αποφάσεις.
Αν η Ελλάδα καταδικαστεί στο Στρασβούργο, το μήνυμα θα είναι καθαρό: το απόρρητο δεν μπορεί να γίνεται καταφύγιο αυθαιρεσίας. Και η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μαύρο κουτί μέσα στο οποίο εξαφανίζονται δικαιώματα, ευθύνες και αλήθειες.
Οι υποκλοπές δεν τελειώνουν επειδή κάποιοι τις αρχειοθέτησαν πολιτικά. Τελειώνουν μόνο όταν απαντηθεί η ερώτηση που στοιχειώνει τη χώρα: ποιος αποφάσισε, ποιος γνώριζε, ποιος συγκάλυψε και γιατί ένας εκλεγμένος πολιτικός αρχηγός παρακολουθήθηκε από την ΕΥΠ.
Μέχρι τότε, το Στρασβούργο δεν θα είναι απλώς μια δικαστική αίθουσα. Θα είναι ο καθρέφτης στον οποίο η Ελλάδα θα αναγκαστεί να κοιτάξει το κράτος δικαίου που η ίδια τραυμάτισε.

