Δεν υπάρχει «μικρό» σκάνδαλο όταν παραβιάζεται ο πυρήνας του Συντάγματος: το απόρρητο των επικοινωνιών, η διάκριση των εξουσιών, η πολιτική ισοτιμία. Η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι μια ακόμα ιστορία παρακολούθησης. Είναι ο ορισμός της θεσμικής εκτροπής: μια σκιά πάνω από την Δημοκρατία, που όσο μένει ατιμώρητη, γίνεται κανονικότητα.
Κι όμως: πολιτική ευθύνη δεν αποδόθηκε όπως θα όφειλε, ποινική διερεύνηση δεν έφτασε ποτέ στο «μέχρι τέλους» που απαιτεί μια τέτοια υπόθεση, και το πολιτικό σύστημα συμπεριφέρθηκε σαν να αρκεί ο θόρυβος να κοπάσει.
Τι σημαίνει «υποκλοπές» σε επίπεδο Δημοκρατίας
- Αν πράγματι παρακολουθήθηκαν πολιτικοί αρχηγοί, υπουργοί, ανώτατοι αξιωματικοί και δικαστικοί, δεν μιλάμε για «μεμονωμένες υπερβάσεις». Μιλάμε για μηχανισμό ισχύος.
- Η παρακολούθηση δεν είναι απλώς “πληροφορία”. Είναι μοχλός πίεσης: δημιουργεί φόβο, αυτολογοκρισία, εξάρτηση.
- Όταν η υπόθεση δεν οδηγεί σε πλήρη λογοδοσία, το μήνυμα είναι ένα: όποιος κρατά τον μηχανισμό, μένει υπεράνω.
Το αδιανόητο κενό λογοδοσίας
Εδώ υπάρχει μια κραυγαλέα αντίφαση που εξοργίζει τον πολίτη:
- Αν πρόκειται για την «μεγαλύτερη υπόθεση», γιατί δεν υπήρξε πολιτική αλυσιδωτή αντίδραση (παραιτήσεις, πλήρης διαλεύκανση, ανάληψη ευθύνης);
- Γιατί δεν υπήρξε το αυτονόητο θεσμικό αντανακλαστικό: μηνύσεις, ονομαστικές καταθέσεις, πλήρης δικαστική πίεση ώστε να μην «σβήσει»;
- Γιατί κανείς δεν πλήρωσε πραγματικό κόστος, την ώρα που η υπόθεση αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του κράτους δικαίου;
Ακόμα κι αν κάποιος διαφωνεί για επιμέρους πτυχές, ένα είναι αδιαπραγμάτευτο: σε τέτοιες υποθέσεις δεν χωρά κουκούλωμα, ούτε κούραση.
Τι οφείλει να κάνει η επόμενη κυβέρνηση (θεσμικά, όχι επικοινωνιακά)
Η επόμενη κυβέρνηση έχει χρέος απέναντι στο Σύνταγμα να λειτουργήσει με μία αρχή: να μην κλείσει η υπόθεση πριν κλείσουν όλα τα κενά.
Πρακτικά, αυτό μεταφράζεται σε:
- Πλήρη διαφάνεια διαδικασιών (με θεσμικές εγγυήσεις, όχι «επιτροπές βιτρίνας»).
- Ενίσχυση και πραγματική ανεξαρτησία ελέγχων για άρσεις απορρήτου και μηχανισμούς επιτήρησης.
- Θωράκιση της δικαστικής διερεύνησης ώστε να μην μπλοκάρει από διαδικαστικά, παραγραφές ή «αναρμοδιότητες».
- Καθαρές ευθύνες: διοικητικές, πολιτικές, ποινικές — όπου προκύπτουν, με αποδείξεις και κανόνες.
- Καταγγελίες/αποκαλύψεις → δημόσια αναταραχή → θεσμική διαχείριση με περιορισμένα αποτελέσματα → κόπωση της κοινής γνώμης → κενό κάθαρσης.
Αυτό το μοτίβο δεν είναι απλώς «κακό». Είναι επικίνδυνο: δείχνει πως μια κρίση Δημοκρατίας μπορεί να περάσει χωρίς τελική απόδοση ευθύνης.
- Ποιος αποφάσιζε, ποιος γνώριζε και ποιος έδινε εντολές — με ποια θεσμική νομιμοποίηση;
- Ποιος έλεγχε τον έλεγχο; Υπήρχε πραγματικό φίλτρο ή τυπική σφραγίδα;
- Ποια είναι η πραγματική έκταση της παρακολούθησης και ποια η αλυσίδα πρόσβασης στο υλικό;
- Πώς προστατεύτηκαν (ή δεν προστατεύτηκαν) οι εγγυήσεις του Συντάγματος;
- Γιατί η χώρα οδηγήθηκε σε μια κατάσταση όπου η υπόθεση μπορεί να ξεθωριάσει χωρίς τελικό λογαριασμό;
Αν μια Δημοκρατία μπορεί να ακούει τους πάντες και να μην τιμωρεί κανέναν, τότε αύριο δεν θα χρειάζεται να ακούει καν: θα αρκεί να το θυμάται ο πολίτης και να φοβάται.
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν πρέπει να «κλείσει». Πρέπει να τελειώσει: με πλήρη διαλεύκανση, θεσμική θωράκιση και — όπου προκύπτει — πραγματική τιμωρία. Όχι για εκδίκηση. Για να ξαναγίνει το Σύνταγμα κάτι παραπάνω από χαρτί.

