Η κυβέρνηση φέρνει σε δημόσια διαβούλευση ένα νέο εργαλείο φορολογικής «ασφάλειας», τη Φορολογική Δεσμευτική Απάντηση, αλλά η τιμή εισόδου αποκαλύπτει ήδη τον πραγματικό αποδέκτη: όχι τον μέσο φορολογούμενο, αλλά όσους μπορούν να πληρώσουν δεκάδες χιλιάδες ευρώ για να αγοράσουν εκ των προτέρων ερμηνεία του νόμου.
Την ίδια ώρα, η νομολογία του ΣτΕ και η προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της Ελλάδας φωτίζουν ένα σκληρό συμπέρασμα: το φορολογικό και κοινωνικό πεδίο γίνεται ολοένα πιο απαιτητικό, πιο ακριβό και πιο ασφυκτικό, με το βάρος να μεταφέρεται ξανά στον πολίτη και στην επιχείρηση.
Η φορολογική «σιγουριά» γίνεται προϊόν με παράβολο έως 50.000 ευρώ
Με το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών θεσπίζεται η Φορολογική Δεσμευτική Απάντηση (ΦΔΑ), μέσω της οποίας ο φορολογούμενος – φυσικό ή νομικό πρόσωπο – θα μπορεί να ζητά από την ΑΑΔΕ εκ των προτέρων ερμηνεία της νομοθεσίας για φορολογικά και τελωνειακά ζητήματα που αφορούν συγκεκριμένα, επαρκώς προσδιορισμένα περιστατικά, τα οποία δεν έχουν ακόμη συμβεί.
Η απάντηση αυτή θα είναι δεσμευτική για τη Φορολογική Διοίκηση, αλλά μόνο όσο δεν αλλάζουν τα πραγματικά περιστατικά, η νομοθεσία ή η νομολογία ανώτατου δικαστηρίου και όσο τηρούνται οι όροι που τυχόν τίθενται.
Το κρίσιμο όμως στοιχείο δεν είναι μόνο ο θεσμός. Είναι το κόστος πρόσβασης. Το παράβολο θα κυμαίνεται από 15.000 έως 50.000 ευρώ, ενώ ακόμη και σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, ο αιτών χάνει 5.000 ευρώ.
Αυτό σημαίνει κάτι απλό και πολιτικά αποκαλυπτικό: η «βεβαιότητα δικαίου» δεν προσφέρεται ως ουσιαστικό εργαλείο γενικής ασφάλειας, αλλά ως προνόμιο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να το αγοράσουν.
Το ΣτΕ βάζει όριο στις προσωπικές δεσμεύσεις – Δεν αρκεί να είσαι εταίρος
Σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη απόφαση, το Συμβούλιο της Επικρατείας ξεκαθάρισε ότι δεν μπορούν να επιβάλλονται μέτρα στέρησης της προσωπικής περιουσίας εταίρων για φορολογικά χρέη της εταιρείας, εφόσον κατά τον χρόνο τέλεσης των φορολογικών παραβάσεων δεν ασκούσαν διαχειριστικές εξουσίες.
Η υπόθεση αφορούσε διασφαλιστικά μέτρα που επιβλήθηκαν τόσο στην εταιρεία όσο και στους ομόρρυθμους εταίρους της, με το επιχείρημα ότι έφεραν ιδιότητα διαχειριστή, μετά από έλεγχο για μη ορθή απόδοση ΦΠΑ. Όμως το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι για να στραφεί η Διοίκηση κατά της προσωπικής περιουσίας δεν αρκεί η μετοχική ή εταιρική συμμετοχή. Απαιτείται σαφής διαχειριστική αρμοδιότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο της παράβασης.
Η απόφαση αυτή κόβει τον δρόμο σε λογικές αυτόματης και συλλογικής ενοχοποίησης. Και υπενθυμίζει ότι η φορολογική αυστηρότητα δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους γενικευμένης καταστολής.
Δεν αρκεί να έχεις δίκιο – Πρέπει να το αποδείξεις μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας
Με άλλη απόφασή του, το ΣτΕ έστειλε ένα εξίσου αυστηρό μήνυμα στις επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με αλλοδαπές οντότητες: όταν πρόκειται για εταιρείες που δεν φορολογούνται ουσιαστικά στη χώρα σύστασής τους και δραστηριοποιούνται εκτός αυτής, οι σχετικές δαπάνες δεν εκπίπτουν, εκτός αν ο φορολογούμενος αποδείξει με πλήρη και ελεγκτέο τρόπο ότι οι συναλλαγές είναι πραγματικές.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία:
δεν αρκεί πλέον η επίκληση της πραγματικής συναλλαγής.
Απαιτείται ολική αποδεικτική θωράκιση.
Τιμολόγια, πληρωμές, παραστατικά διακίνησης, αντιστοίχιση με τα βιβλία, ακριβής ιχνηλάτηση της δαπάνης. Και όταν κρίσιμα έγγραφα είναι σε ξένη γλώσσα, η απουσία επίσημης μετάφρασης μπορεί να τα καταστήσει ουσιαστικά άχρηστα, οδηγώντας σε απώλεια τεκμηρίωσης για μέρος ή και για το σύνολο της δαπάνης.
Με απλά λόγια, το μήνυμα προς τις επιχειρήσεις είναι αμείλικτο: όποιος δεν έχει πλήρη, καθαρή και μεταφρασμένη τεκμηρίωση, κινδυνεύει να πληρώσει το τίμημα, ακόμη κι αν η συναλλαγή έγινε πράγματι.
Ο «μη κερδοσκοπικός» τίτλος δεν σβήνει τον ΦΠΑ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απόφαση του ΣτΕ για αλλοδαπή συνεργατική εταιρεία με υποκατάστημα στην Ελλάδα, η οποία παρείχε τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προς αεροπορικές εταιρείες-μέλη της. Η φορολογική διοίκηση είχε θεωρήσει ότι ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας της απέκλειε το δικαίωμα επιστροφής ΦΠΑ.
Το δικαστήριο όμως έκρινε το αντίθετο: ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν αποκλείει ούτε την υπαγωγή σε ΦΠΑ ούτε το δικαίωμα έκπτωσης ή επιστροφής φόρου εισροών, όταν υπάρχει ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, δέχθηκε ότι το υποκατάστημα στην Ελλάδα και το κεντρικό στις Βρυξέλλες αποτελούν ενιαίο φορολογικό υποκείμενο, άρα δεν απαιτούνταν ξεχωριστή τεκμηρίωση από το υποκατάστημα για στοιχεία που απορρέουν από τη συνολική λειτουργία του οργανισμού.
Η απόφαση αυτή υπενθυμίζει ότι στη φορολογία δεν κρίνει η επιγραφή, αλλά η πραγματική οικονομική λειτουργία.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελλάδας για το επίδομα παιδιού
Και ενώ η εγχώρια διοίκηση αυστηροποιεί το πεδίο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκαλεί την Ελλάδα για το καθεστώς χορήγησης του επιδόματος παιδιού. Στο στόχαστρο βρίσκεται η απαίτηση προηγούμενης διαμονής στην Ελλάδα για πέντε ή και δώδεκα έτη, ως όρος για την παροχή.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι αυτή η προϋπόθεση παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο, διότι αποκλείει πρόσωπα που εργάζονται ή διαμένουν σε άλλο κράτος-μέλος, πλήττει περιπτώσεις τέκνων που διαμένουν εκτός Ελλάδας και προσβάλλει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα κατηγορείται ότι στήνει ένα φίλτρο αποκλεισμού πάνω σε μία κοινωνική παροχή, μετατρέποντας ένα δικαίωμα σε προνόμιο περιορισμένης πρόσβασης.
Το μήνυμα που βγαίνει από όλα τα παραπάνω είναι ενιαίο και ενοχλητικά καθαρό:
το κράτος ζητά από τον πολίτη, την επιχείρηση και την οικογένεια ολοένα περισσότερα, αλλά την ίδια στιγμή κάνει την ασφάλεια δικαίου ακριβή, την απόδειξη εξαντλητική και την πρόσβαση στα δικαιώματα δυσκολότερη.
Η φορολογική βεβαιότητα μπαίνει σε τιμοκατάλογο.
Η επιχειρηματική τεκμηρίωση μετατρέπεται σε ναρκοπέδιο.
Και η κοινωνική πολιτική εκτίθεται στα ευρωπαϊκά δικαστήρια.
Δεν πρόκειται για τεχνικές λεπτομέρειες.
Πρόκειται για το ίδιο το μοντέλο διακυβέρνησης:
ένα κράτος που ζητά τυφλή συμμόρφωση, αλλά προσφέρει ασφάλεια μόνο με αντίτιμο.

