Ο «νέος ΕΝΦΙΑ» του 2027 αποκαλύπτει ξανά την ίδια πολιτική επιλογή: βάρη στη μεσαία τάξη, ασυλία στους μεγάλους
Η Νέα Δημοκρατία επιμένει σε ένα φορολογικό μοντέλο που στραγγαλίζει τους πολλούς και αφήνει αλώβητους τους ισχυρούς. Με τις νέες επιβαρύνσεις στην ακίνητη περιουσία που προδιαγράφονται για το 2027, ουσιαστικά μετά τις εκλογές, η κυβέρνηση δείχνει ξανά ποιον θεωρεί εύκολο στόχο: τον ιδιοκτήτη, τον μικρομεσαίο, τον επαγγελματία, την οικογένεια που παλεύει να κρατήσει ένα σπίτι, ένα μαγαζί, μια μικρή περιουσία.
Το πολιτικό μήνυμα είναι καθαρό: αντί για παραγωγική ανασυγκρότηση, νέοι φόροι. Αντί για ανακούφιση της μεσαίας τάξης, νέα χαράτσια. Αντί για δίκαιη κατανομή των βαρών, ακόμη μία επίθεση στους ίδιους και τους ίδιους.
Ο ιδιοκτήτης ως μόνιμο φορολογικό υποζύγιο
Η ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μόνιμο ταμείο ανάγκης του κράτους. Κάθε φορά που το σύστημα χρειάζεται έσοδα, επιστρέφει στην ίδια δεξαμενή: σπίτια, καταστήματα, οικόπεδα, μικρές ιδιοκτησίες, περιουσίες που χτίστηκαν με κόπο, δάνεια, αποταμιεύσεις και θυσίες δεκαετιών.
Ο ΕΝΦΙΑ παρουσιάστηκε κάποτε ως έκτακτο βάρος της κρίσης. Έγινε όμως μόνιμος. Τώρα, πάνω σε αυτόν έρχονται νέες μορφές επιβάρυνσης, με άλλη ονομασία, άλλη διαδρομή είσπραξης, αλλά την ίδια ουσία: περισσότερα χρήματα από την τσέπη του πολίτη.
Και το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά γίνονται σε μια χώρα όπου οι μισθοί παραμένουν πιεσμένοι, οι συντάξεις δεν ακολουθούν το πραγματικό κόστος ζωής, οι μικρές επιχειρήσεις λειτουργούν στα όρια της αντοχής τους και η καθημερινότητα έχει γίνει λογαριασμός χωρίς τέλος.
Οι φόροι δεν φέρνουν ανάπτυξη — πνίγουν την οικονομία
Η κυβέρνηση μιλά διαρκώς για ανάπτυξη. Όμως ανάπτυξη με υπερφορολόγηση της ιδιοκτησίας, της εργασίας και της μικρής επιχειρηματικότητας δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο λογιστική επιβίωση του κράτους εις βάρος της κοινωνίας.
Οι φόροι, όταν ξεπερνούν το όριο αντοχής, δεν είναι εργαλείο δικαιοσύνης. Γίνονται μηχανισμός ασφυξίας. Στραγγαλίζουν την κατανάλωση, ακυρώνουν την αποταμίευση, αποθαρρύνουν την επένδυση, εξοντώνουν τον μικρομεσαίο επιχειρηματία και τελικά στερούν από τη χώρα κάθε πραγματική αναπτυξιακή προοπτική.
Μια οικονομία δεν μπορεί να σταθεί όταν ο παραγωγικός της πυρήνας ζει υπό διαρκή φορολογική απειλή. Δεν μπορεί να σταθεί όταν ο επαγγελματίας δουλεύει πρώτα για την εφορία, μετά για τις τράπεζες, μετά για τους λογαριασμούς και τελευταίος, αν περισσέψει κάτι, για την οικογένειά του.
Οι τράπεζες και οι μεγάλοι παίκτες στο απυρόβλητο
Την ίδια στιγμή, το μεγάλο ερώτημα παραμένει: ποιοι πραγματικά πληρώνουν;
Οι τράπεζες εξακολουθούν να απολαμβάνουν ένα εξαιρετικά ευνοϊκό φορολογικό πλαίσιο μέσω του αναβαλλόμενου φόρου, ενός μηχανισμού που θεσμοθετήθηκε στα χρόνια της κρίσης και εξακολουθεί να παράγει πολιτικές και οικονομικές συνέπειες. Μπορεί η τεχνική εξήγηση να ντύνεται με όρους κεφαλαιακής επάρκειας και εποπτικών κανόνων, όμως για τον πολίτη το αποτέλεσμα είναι απλό: εκείνος πληρώνει άμεσα, ενώ το τραπεζικό σύστημα προστατεύεται για χρόνια.
Ανάλογη είναι και η εικόνα με μεγάλες επιχειρήσεις και ομίλους που αξιοποιούν νόμιμες αλλά προκλητικές φορολογικές δομές, έδρες εξωτερικού και ολιγοπωλιακές θέσεις στην ελληνική αγορά. Η κοινωνία βλέπει τις τιμές να ανεβαίνουν, τα περιθώρια κέρδους να διευρύνονται και τους μικρούς να συνθλίβονται από ανταγωνισμό που δεν διεξάγεται με ίσους όρους.
Αυτό δεν είναι ελεύθερη οικονομία. Είναι οικονομία δύο ταχυτήτων: αυστηρότητα για τους πολλούς, ευελιξία για τους ισχυρούς.
Η μεσαία τάξη πληρώνει τον λογαριασμό της πολιτικής αποτυχίας
Η μεσαία τάξη δεν καταστρέφεται με μία απόφαση. Καταστρέφεται σταδιακά. Με έναν φόρο εδώ, ένα τέλος εκεί, μια εισφορά παραπέρα, μια αύξηση στον λογαριασμό, μια ασφαλιστική επιβάρυνση, μια τραπεζική χρέωση, ένα ακόμη κόστος που βαφτίζεται «αναγκαία προσαρμογή».
Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα. Ο πολίτης δεν νιώθει ότι συμμετέχει σε μια δίκαιη εθνική προσπάθεια. Νιώθει ότι τιμωρείται επειδή εργάζεται, επειδή έχει περιουσία, επειδή προσπαθεί να κρατήσει επιχείρηση, επειδή δεν ανήκει στους μεγάλους παίκτες που έχουν πρόσβαση σε ειδικές ρυθμίσεις, φορολογική μηχανική και πολιτική προστασία.
Το αποτέλεσμα είναι ορατό: οι νέοι συνεχίζουν να φεύγουν. Όχι από ιδιοτροπία. Από ανάγκη. Από έλλειψη προοπτικής. Από την αίσθηση ότι η χώρα δεν ανταμείβει την προσπάθεια, αλλά την παγιδεύει.
Η εναλλακτική: απλός, χαμηλός και δίκαιος φόρος
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη μια φορολογική πατέντα. Η χώρα χρειάζεται ριζική αλλαγή φιλοσοφίας: απλό, σταθερό, ανταγωνιστικό και δίκαιο φορολογικό σύστημα.
Ένας επίπεδος και λογικός φόρος, ανταγωνιστικός με τις γύρω χώρες, θα μπορούσε να απελευθερώσει παραγωγικές δυνάμεις, να μειώσει τη φοροδιαφυγή, να ενισχύσει την επένδυση, να κρατήσει επιχειρήσεις στην Ελλάδα και να επιτρέψει στους Έλληνες να αξιοποιήσουν τον πραγματικό πλούτο της πατρίδας τους.
Γιατί η Ελλάδα δεν είναι φτωχή χώρα. Είναι χώρα κακοδιοικημένη, υπερφορολογημένη και δεσμευμένη από ένα πολιτικό σύστημα που προτιμά να μοιράζει βάρη αντί να απελευθερώνει δυνατότητες.
Η κυβέρνηση μπορεί να αλλάζει ονόματα στους φόρους. Μπορεί να μιλά για τέλη, εισφορές, ανταποδοτικότητα και μεταρρυθμίσεις. Όμως ο πολίτης ξέρει τι πληρώνει.
Πληρώνει ένα κράτος που δεν σέβεται τον κόπο του. Πληρώνει μια πολιτική που προστατεύει τους μεγάλους και πιέζει τους μικρούς. Πληρώνει μια ανάπτυξη που εμφανίζεται στους δείκτες, αλλά δεν φτάνει ποτέ στο σπίτι, στο μαγαζί, στο πορτοφόλι του.
Και όσο η Ελλάδα φορολογεί τους ανθρώπους που παράγουν, αντί να τους στηρίζει, τόσο θα χάνει το πιο πολύτιμο κεφάλαιό της: τους ίδιους τους Έλληνες.

