Στη δίκη της ΔΟΥ Χαλκίδας δεν αποκαλύπτεται μόνο ένα σκάνδαλο. Αποκαλύπτεται και η διαχρονική αλητεία ενός κράτους που πρώτα αφήνει υπηρεσίες να βουλιάζουν στην αυθαιρεσία και μετά πετά τους λογιστές στα σκυλιά για να σωθεί το ίδιο
Οι λογιστές δεν ήταν το κράτος, δεν ήταν η διοίκηση, δεν ήταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί. Ήταν οι άνθρωποι που αναγκάζονταν κάθε μέρα να μπαίνουν στο άντρο της γραφειοκρατίας για να σώσουν πολίτες, επιχειρήσεις και επαγγελματίες από μια δημόσια διοίκηση που τους έσπρωχνε στον τοίχο
Η υπόθεση της ΔΟΥ Χαλκίδας δεν είναι απλώς μια ακόμα πολύκροτη δίκη. Είναι η επιτομή της κρατικής υποκρισίας. Γιατί τώρα που άνοιξε το καπάκι και βγήκε η δυσοσμία, κάποιοι κάνουν πως ξαφνιάζονται. Σαν να μην ήξεραν. Σαν να μην υπήρχαν χρόνια καταγγελίες, ψίθυροι, οργή στην αγορά, αγανάκτηση από λογιστές και επαγγελματίες που έβλεπαν μπροστά τους ένα διοικητικό τέρας να λειτουργεί με δικούς του κώδικες.
Και τώρα τι γίνεται; Αντί να κάτσει στο εδώλιο ολόκληρη η παθογένεια του κράτους, πάνε να φορτώσουν το ανάθεμα και στους λογιστές. Στους ανθρώπους δηλαδή που δεν κρατούσαν τη σφραγίδα. Δεν υπέγραφαν αποφάσεις. Δεν όριζαν ελέγχους. Δεν μοίραζαν υπερωρίες. Δεν έλεγχαν υπηρεσίες. Δεν διοικούσαν τη ΔΟΥ. Ήταν όμως αυτοί που έπρεπε να μπαίνουν καθημερινά μέσα σε αυτό το ναρκοπέδιο για να κάνουν τη δουλειά τους, να σώζουν υποθέσεις, να ξεμπλοκάρουν ενημερότητες, να κρατούν όρθιες επιχειρήσεις.
Το κράτος έστησε τον βούρκο και τώρα ψάχνει θύματα έξω από το κτίριο
Ας τελειώνουμε με το παραμύθι. Τη ΔΟΥ Χαλκίδας δεν τη διοικούσαν οι λογιστές. Το κράτος τη διοικούσε. Η διοικητική ιεραρχία τη διοικούσε. Οι υπηρεσιακοί παράγοντες τη διοικούσαν. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί όφειλαν να τη βλέπουν, να τη χαρτογραφούν, να την ελέγχουν και να παρεμβαίνουν εγκαίρως.
Αν υπήρξαν, όπως περιγράφεται, πρακτικές “εξυπηρέτησης”, οικειότητες, διαδρομές, παράδοξες συνεννοήσεις, επιλεκτικές διευκολύνσεις ή νοοτροπία εσωτερικού μαγαζιού, αυτά δεν τα γέννησε ο λογιστής. Αυτά τα γεννά ένα άρρωστο διοικητικό περιβάλλον που νιώθει ανεξέλεγκτο και προστατευμένο. Ο λογιστής μπαίνει εκ των υστέρων μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, όχι ως κυρίαρχος του παιχνιδιού, αλλά ως όμηρος των όρων του.
Γιατί ο λογιστής στην Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να πει “δεν ασχολούμαι”. Πίσω του έχει εργαζόμενους, επιχειρήσεις, προθεσμίες, μπλοκαρισμένες συναλλαγές, ανθρώπους που μπορεί να καταστραφούν αν ένα χαρτί δεν περάσει στην ώρα του. Το κράτος λοιπόν πρώτα κατασκευάζει έναν ασφυκτικό μηχανισμό εξάρτησης και μετά δείχνει με το δάχτυλο εκείνους που αναγκάστηκαν να κινηθούν μέσα του.
Οι λογιστές έγιναν σάκος του μποξ για να ξεπλυθεί η κρατική ανεπάρκεια
Κάθε φορά που ξεσπά ένα τέτοιο σκάνδαλο, ενεργοποιείται ο ίδιος μηχανισμός. Το κράτος παριστάνει τον ανήξερο, η διοίκηση παριστάνει την εξαπατημένη και η κοινωνική οργή διοχετεύεται βολικά σε όσους είχαν καθημερινή επαφή με την υπηρεσία. Δηλαδή στους λογιστές. Στον κλάδο που είναι πιο εκτεθειμένος, πιο εύκολος να χτυπηθεί, πιο βολικός για να φορτωθεί πάνω του η βρωμιά που άλλοι παρήγαγαν.
Μόνο που εδώ υπάρχει μια ωμή αλήθεια: χωρίς τους λογιστές, η αγορά θα είχε παραλύσει προ πολλού. Οι λογιστές είναι αυτοί που καθημερινά σηκώνουν στις πλάτες τους έναν παρανοϊκό φορολογικό μηχανισμό, αλλεπάλληλες πλατφόρμες, διαρκείς αλλαγές νόμων, χαοτικές εγκυκλίους, τεχνικά εμπόδια και διοικητικές στρεβλώσεις. Είναι εκείνοι που καλούνται να δώσουν λύση εκεί που το κράτος παράγει αδιέξοδο.
Και παρ’ όλα αυτά, μόλις αποκαλύπτεται η σαπίλα μιας υπηρεσίας, κάποιοι σπεύδουν να θολώσουν τη γραμμή ανάμεσα στον επαγγελματία που παλεύει να εξυπηρετήσει τον πελάτη του και στον πραγματικό φορέα της εξουσίας που διαχειρίζεται το σύστημα. Αυτό δεν είναι απονομή δικαιοσύνης. Είναι οργανωμένη μετακύλιση ευθύνης.
Άλλο η δικαστική κρίση για πρόσωπα, άλλο η συλλογική εκτέλεση ενός ολόκληρου κλάδου
Όποιος παρανόμησε να λογοδοτήσει. Όποιος αποδεδειγμένα ξέφυγε από τα όρια της νομιμότητας να κριθεί αυστηρά. Αυτό όμως δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να μετατρέπει έναν ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο σε συλλογικό κατηγορούμενο.
Οι λογιστές δεν είναι τα παραμάγαζα του κράτους. Δεν είναι υπηρέτες εσωτερικών κυκλωμάτων. Είναι επιστήμονες και επαγγελματίες που βρέθηκαν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην πίεση της αγοράς και στην αρρώστια της διοίκησης. Και όσο το κράτος δεν τολμά να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη, τόσο θα ψάχνει πρόθυμους αποδιοπομπαίους τράγους για να σώσει την πρόσοψη.
Η κοινωνία οφείλει να το δει καθαρά. Όταν μια ΔΟΥ λειτουργεί επί χρόνια με τέτοιες σκιές, δεν απέτυχαν οι λογιστές. Απέτυχε το κράτος. Απέτυχαν οι μηχανισμοί ελέγχου. Απέτυχε η διοικητική πυραμίδα. Απέτυχαν όσοι έπρεπε να εγγυηθούν ότι ο πολίτης και ο επαγγελματίας θα αντιμετωπίζονται με κανόνες και όχι με υπόγεια συστήματα σχέσεων.
Οι λογιστές της Χαλκίδας και της Εύβοιας δεν πρέπει να αφεθούν να σφαγιαστούν δημόσια για αμαρτίες που ανήκουν πρωτίστως στο ίδιο το κράτος. Δεν ήταν αυτοί που κρατούσαν το τιμόνι της ΔΟΥ. Δεν ήταν αυτοί που είχαν τη διοικητική εξουσία. Δεν ήταν αυτοί που όφειλαν να διασφαλίζουν διαφάνεια και νομιμότητα. Ήταν οι άνθρωποι που έμπαιναν κάθε μέρα στη φωτιά για να μην καεί η αγορά.
Και αν σήμερα κάποιοι επιχειρούν να τους παρουσιάσουν συλλήβδην ως μέρος της σαπίλας, τότε ας το πούμε ωμά: δεν ψάχνουν δικαιοσύνη. Ψάχνουν πρόβατα για σφαγή, ώστε να μείνει όρθιο το μεγάλο ψέμα ενός κράτους που πρώτα γεννά τον βούρκο και μετά ουρλιάζει υποκριτικά επειδή λερώθηκαν όσοι αναγκάστηκαν να τον διασχίσουν.

