Το πρόβλημα της Χαλκίδας δεν είναι ότι αγνοείται από τους άλλους, αλλά ότι λογοκρίνεται από τους δικούς της. Το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ δεν αποκάλυψε απλώς αδυναμίες παραγωγής. Φώτισε ξανά τον πιο επικίνδυνο εχθρό της πόλης: τους τοπικούς μηχανισμούς μικρότητας που δεν αντέχουν να σταθούν μπροστά στο πραγματικό της μέγεθος.
Χθες το βράδυ, στο αμφιθέατρο της Περιφέρειας στη Χαλκίδα, δεν παρακολούθησα απλώς την πρεμιέρα ενός επεισοδίου της σειράς ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ «Πόλεις». Παρακολούθησα άλλη μία χαμένη ευκαιρία για τη Χαλκίδα να μιλήσει πανελλαδικά με καθαρή φωνή για τον εαυτό της. Και, ταυτόχρονα, άλλη μία απόδειξη ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτής της πόλης δεν είναι η έλλειψη ιστορίας, αλλά η ύπαρξη ανθρώπων και μηχανισμών που επιμένουν να τη συρρικνώνουν στα μέτρα της δικής τους μικρότητας.
Το πρόβλημα του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ δεν ήταν μόνο αισθητικό ή αφηγηματικό. Δεν ήταν απλώς μια τηλεοπτική αδυναμία. Ήταν βαθύτερο. Ήταν η αναπαραγωγή μιας τοπικής νοοτροπίας που εδώ και χρόνια θάβει ό,τι είναι μεγάλο, προβάλει ό,τι είναι ακίνδυνο και τελικά παρουσιάζει τη Χαλκίδα όχι ως αυτό που πραγματικά είναι, αλλά ως μια απονευρωμένη, ασφαλή και βολική εκδοχή της.
Ένα ντοκιμαντέρ χωρίς νεύρο, χωρίς άξονα, χωρίς ψυχή
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά γινόταν φανερό ότι έλειπε το στοιχειώδες: η συνοχή. Αντί για ένα δεμένο ντοκιμαντέρ με εσωτερική αρχιτεκτονική, δημοσιογραφική επεξεργασία και αφηγηματικό ρυθμό, παρακολουθήσαμε μια χαλαρή αλληλουχία παρεμβάσεων, μια συρραφή τοποθετήσεων χωρίς κεντρική ιδέα, χωρίς σαφή ιεράρχηση, χωρίς αφηγηματικό σκελετό.
Όμως αυτό είναι μόνο το τεχνικό μέρος. Το σοβαρότερο βρίσκεται αλλού. Διότι ακόμη και ένα μέτριο τηλεοπτικό προϊόν θα μπορούσε να σταθεί αξιοπρεπώς, αν τουλάχιστον είχε την τόλμη να αρθρώσει τις μεγάλες αλήθειες της πόλης που υποτίθεται ότι τιμά.
Και εκεί ακριβώς το ντοκιμαντέρ κατέρρευσε.
Η εκκωφαντική σιωπή για όσα κάνουν τη Χαλκίδα μεγάλη
Όταν παρουσιάζεις τη Χαλκίδα σε εθνικό κοινό, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που δεν επιτρέπεται να λείπουν. Δεν είναι δευτερεύουσες πληροφορίες. Δεν είναι περιφερειακές αναφορές. Είναι η ίδια η ιστορική ραχοκοκαλιά της πόλης.
Πρώτον, ότι η Χαλκίδα είναι μία από τις αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας, με τουλάχιστον 5.000 χρόνια συνεχούς κατοίκησης.
Δεύτερον, ότι ίδρυσε περισσότερες αποικίες στη Μεσόγειο από οποιαδήποτε άλλη ελληνική μητρόπολη του αρχαίου κόσμου.
Τρίτον, ότι διέδωσε το χαλκιδικό αλφάβητο στην Ιταλία και τη Σικελία, από παραλλαγή του οποίου προέκυψε το λατινικό αλφάβητο.
Τα παραπάνω στοιχεία δεν είναι αυθαίρετες κρίσεις ούτε προσωπικές εμμονές. Έχουν ήδη τεκμηριωθεί και αναδειχθεί από τον Βάγια Κατσό, συγγραφέα, μέσα από τη σχετική εισήγηση και το αρχειακό του υλικό για την ταυτότητα της Χαλκίδας. Πρόκειται, δηλαδή, για συγκροτημένο πυρήνα ιστορικής αυτογνωσίας της πόλης. Και ακριβώς γι’ αυτό η αποσιώπησή τους δεν μπορεί να περάσει ως αθώα παράλειψη.
Κι όμως, αυτά έλειπαν. Και όταν λείπουν ακριβώς τα σημαντικότερα, δεν μιλάμε πια για αβλεψία. Μιλάμε για νοοτροπία.
Στη Χαλκίδα έχουμε μάθει να ψιθυρίζουμε τα μεγάλα και να διαφημίζουμε τα μικρά
Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα. Η Χαλκίδα δεν πάσχει από έλλειψη ιστορικού μεγέθους. Πάσχει από έλλειψη ιστορικού θάρρους. Από μια χρόνια τοπική φοβία απέναντι στο ίδιο της το εκτόπισμα. Από μια αδυναμία να πει με καθαρή, δημόσια και υπερήφανη φωνή ποια είναι.
Γι’ αυτό και κάθε φορά που ανοίγει ένα παράθυρο προβολής, αντί να περνά προς τα έξω το μεγάλο αφήγημα της πόλης, ανακυκλώνονται τα δευτερεύοντα, τα ανώδυνα, τα εύπεπτα, τα τοπικά ακίνδυνα. Αντί για ιστορική αυτοπεποίθηση, σερβίρεται φολκλόρ. Αντί για πυρήνα ταυτότητας, καταναλώνεται υλικό χαμηλής θερμοκρασίας.
Μια πόλη όμως δεν αποκτά εθνικό εκτόπισμα όταν αναλώνεται στα μικρά. Αποκτά όταν τολμά να προφέρει τα μεγάλα.
Και η Χαλκίδα, δυστυχώς, μοιάζει εδώ και χρόνια να περιβάλλεται από ανθρώπους που δεν αντέχουν τα μεγάλα. Που αισθάνονται ασφαλέστεροι μέσα στην υποβάθμιση. Που προτιμούν μια πόλη μικρή, αρκεί να φαίνονται οι ίδιοι μεγάλοι μέσα στη μικρότητά της.
Όταν ξεκινάς από την πτώση, έχεις ήδη υποβιβάσει την ακμή
Δεν είναι καθόλου αθώο ότι η αναφορά στην αρχαία Χαλκίδα ξεκινά ουσιαστικά από το 506 π.Χ., δηλαδή από το σημείο της πτώσης της στον αρχαίο κόσμο. Μια τέτοια επιλογή δεν είναι απλώς ιστορικά ατυχής. Είναι συμβολική. Δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η πόλη μαθαίνει να διαχειρίζεται τη μνήμη της: όχι ξεκινώντας από την ακμή, την αποικιακή ισχύ, την πολιτισμική επιρροή και τη διαχρονική της σπουδαιότητα, αλλά από τα πιο ακίνδυνα ή τα πιο βολικά σημεία της.
Αυτή είναι η μέθοδος των τοπικών μηχανισμών: παίρνουν μια πόλη με τεράστιο ιστορικό βάρος και τη μετατρέπουν σε κάτι χλιαρό, επίπεδο και εύχρηστο. Την απογυμνώνουν από ό,τι την κάνει ασυνήθιστα μεγάλη, ώστε να μπορεί να διαχειρίζεται χωρίς τριγμούς από ένα περιβάλλον μετριότητας.
Αυτό όμως δεν είναι προστασία της πόλης. Είναι πολιτισμικός ευνουχισμός της.
Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί άγνοια
Θα ήταν ίσως βολικό για κάποιους να ισχυριστούν ότι οι υπεύθυνοι της παραγωγής δεν γνώριζαν αυτά τα κομβικά στοιχεία. Η δικαιολογία όμως αυτή δεν στέκει.
Το υλικό υπήρχε. Είχε αποσταλεί. Η σχετική εισήγηση με τα βασικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας της Χαλκίδας είχε σταλεί εγκαίρως στην υπεύθυνη παραγωγής, σε μια φάση μάλιστα όπου υπήρχε και πρόταση συμμετοχής μου ανάμεσα στους ομιλητές του ντοκιμαντέρ. Η συνέντευξη τελικά ακυρώθηκε με μια αδύναμη δικαιολογία και το υλικό που είχε παραδοθεί δεν αξιοποιήθηκε.
Επομένως, όχι: δεν έλειπε η πληροφορία. Έλειπε η βούληση να χρησιμοποιηθεί.
Και όταν η πληροφορία υπάρχει, όταν η γνώση είναι διαθέσιμη, όταν η τεκμηρίωση έχει παραδοθεί και παρ’ όλα αυτά επιλέγεται η αποσιώπηση, τότε η αποσιώπηση γίνεται πράξη ευθύνης. Και η ευθύνη αυτή βαραίνει όχι μόνο μια παραγωγή, αλλά και όλο εκείνο το τοπικό κλίμα που διαχρονικά αποκλείει, φιλτράρει, λειαίνει και κόβει ό,τι ξεφεύγει από τη βολική κλίμακα του μέτριου.
Οι τοπικοί μηχανισμοί δεν υπηρετούν τη Χαλκίδα — τη μικραίνουν
Εδώ βρίσκεται η ουσία της καταγγελίας. Το πρόβλημα δεν είναι κάποιο μεμονωμένο ντοκιμαντέρ. Το πρόβλημα είναι ότι στη Χαλκίδα έχουν ριζώσει μηχανισμοί που δεν παράγουν προβολή, αλλά διαχείριση χαμηλών προσδοκιών. Δεν καλλιεργούν αυτογνωσία, αλλά ελεγχόμενη ασημαντότητα. Δεν υπερασπίζονται την ιστορική μοναδικότητα της πόλης, αλλά τη λειαίνουν ώστε να μη διαταραχθούν οι εύθραυστες ισορροπίες των γνωστών κύκλων.
Γιατί η μεγάλη Χαλκίδα απαιτεί γνώση, καθαρότητα, γενναιοδωρία και πνευματική επάρκεια. Η μικρή Χαλκίδα, αντίθετα, βολεύει όλους εκείνους που έχουν μάθει να λειτουργούν μέσα από μικρές παρέες, αόρατα βέτο, μικροεξουσίες και διανομή ρόλων.
Και έτσι η πόλη χάνει διαρκώς ευκαιρίες. Όχι επειδή δεν έχει υλικό. Όχι επειδή δεν έχει ιστορία. Αλλά επειδή πέφτει στα χέρια ανθρώπων που δεν αντέχουν ούτε το βάρος της ούτε το ύψος της.
Ας ειπωθεί λοιπόν χωρίς περιστροφές: η Χαλκίδα δεν υποτιμάται από την Αθήνα, από τα κέντρα ή από τους ξένους όσο υπονομεύεται από τους ίδιους τους τοπικούς διαχειριστές της. Από εκείνους που αντί να υψώνουν την πόλη, τη χαμηλώνουν. Αντί να φωτίζουν το ιστορικό της μέγεθος, το θάβουν. Αντί να υπερασπίζονται την αλήθεια της, τη λογοκρίνουν για να χωρά στα δικά τους μικρά μέτρα.
Το αληθινό σκάνδαλο δεν είναι ότι χάθηκε άλλη μία ευκαιρία προβολής. Το αληθινό σκάνδαλο είναι ότι στη Χαλκίδα έχει εγκατασταθεί μια κουλτούρα που φοβάται το μεγάλο, αποστρέφεται το σπουδαίο και τελικά ευνουχίζει ό,τι θα μπορούσε να δώσει στην πόλη εθνικό ανάστημα.
Η Χαλκίδα δεν είναι μικρή πόλη. Μικρό είναι το σύστημα που την διαχειρίζεται έτσι.
Και όσο η Ιστορία της θα περνά από τα χέρια ανθρώπων που δεν την αντέχουν, η πόλη θα συνεχίζει να προδίδεται όχι από τους απέξω, αλλά από τους δικούς της.
Με βάση την εισήγηση και το αρχειακό υλικό του Βάγια Κατσού, συγγραφέα

