Η παρέμβαση του Χαριτάτου δεν ήταν απλώς ένα σχόλιο για την υπόθεση της Μαρίας Καρυστιανού. Ήταν μια καθαρή πολιτική και κοινωνική τοποθέτηση απέναντι σε ένα βαθιά προβληματικό σύστημα, το οποίο φαίνεται να δυσπιστεί περισσότερο απέναντι στον ενεργό πολίτη, παρά απέναντι στην αποδεδειγμένη αποτυχία του ίδιου του κράτους.
Η στοχοποίηση της Καρυστιανού δεν ξεκίνησε επειδή έκανε κάτι παράνομο. Δεν ξεκίνησε επειδή παραβίασε κάποιον θεσμικό κανόνα ή επειδή κινήθηκε ανήθικα. Ξεκίνησε επειδή αρνήθηκε να σιωπήσει.
Επειδή δεν αποδέχθηκε τον ρόλο που το πολιτικό σύστημα συχνά επιφυλάσσει στα θύματα και στους συγγενείς τους: να πενθούν αθόρυβα, να περιμένουν παθητικά και να αφήνουν άλλους να αποφασίζουν για τη δικαιοσύνη, την αλήθεια και τη μνήμη των ανθρώπων τους.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό και αμείλικτο: αν η τραγωδία των Τεμπών είχε αντιμετωπιστεί από την πρώτη στιγμή με διαφάνεια, σοβαρότητα, σεβασμό στους συγγενείς και πραγματική λογοδοσία, θα είχε αναδειχθεί σήμερα η Καρυστιανού σε κεντρικό δημόσιο πρόσωπο;
Ή μήπως εκείνοι που σήμερα επιχειρούν να τη στοχοποιήσουν είναι οι ίδιοι που, με τις πράξεις, τις παραλείψεις, τις καθυστερήσεις και τη διαχείρισή τους, τη μετέτρεψαν σε σύμβολο διεκδίκησης;
Ο Χαριτάτος έβαλε το δάχτυλο στην πληγή μιας πολιτικής κουλτούρας που θέλει τον πολίτη παθητικό, ελεγχόμενο και εξαρτημένο από κόμματα, μηχανισμούς και πολιτικούς προστάτες. Μιας κουλτούρας που αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε ανεξάρτητη κοινωνική πρωτοβουλία. Που θεωρεί «επικίνδυνο» όποιον τολμά να ζητήσει δικαιοσύνη χωρίς κομματική καθοδήγηση και χωρίς να περιμένει άδεια από το σύστημα.
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η αναφορά στο Πόθεν Έσχες. Πόσες εγγραφές, πόση περιουσιακή αύξηση και πόση οικονομική «επιτυχία» χρειάζονται τελικά για να θεωρηθεί κάποιος αποτελεσματικός υπουργός;
Γιατί, αν κρίνουμε από την ταχύτητα με την οποία αυξάνονται ορισμένες περιουσίες, η αποτελεσματικότητα υπάρχει. Απλώς δεν εμφανίζεται εκεί που την έχει ανάγκη η κοινωνία: στην ασφάλεια, στη δικαιοσύνη, στις υποδομές, στην προστασία των πολιτών.
Σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση συχνά εξαντλείται σε χαρακτηρισμούς, διαρροές, επικοινωνιακές επιθέσεις και κατασκευασμένους εχθρούς, η παρέμβαση του Χαριτάτου υπενθυμίζει κάτι θεμελιώδες:
Η δημοκρατία δεν φοβάται τους ενεργούς πολίτες.
Τους φοβούνται μόνο όσοι έχουν μάθει να κυβερνούν χωρίς έλεγχο, χωρίς λογοδοσία και χωρίς ουσιαστικό αντίλογο.
Γιατί η μεγαλύτερη απειλή για κάθε κατεστημένο δεν είναι η οργή των πολιτών.
Είναι η αφύπνισή τους.

