Η κυβέρνηση αποφάσισε να αυξήσει θεαματικά τις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας, την ώρα που οι απλοί ιερείς, οι χαμηλόμισθοι και οι συνταξιούχοι μετρούν ακόμη και τα κέρματα στο σούπερ μάρκετ
Η κυβέρνηση βρήκε τελικά τα χρήματα.
Όχι για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Όχι για τους εργαζομένους που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο. Όχι για τους νέους που εγκαταλείπουν τη χώρα. Ούτε για τους απλούς ιερείς των χωριών και των απομακρυσμένων ενοριών, που βρίσκονται καθημερινά δίπλα στον πολίτη, πολλές φορές εκτελώντας κοινωνικό έργο χωρίς μέσα και χωρίς στήριξη.
Τα χρήματα βρέθηκαν για τις μεγάλες αυξήσεις στις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας.
Με τη νέα νομοθετική ρύθμιση, οι αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των μητροπολιτών και των τιτουλάριων μητροπολιτών θα συνδεθούν με το 90% των αποδοχών γενικού γραμματέα υπουργείου, φτάνοντας, σύμφωνα με τα δημοσιοποιημένα στοιχεία, περίπου στα 4.500 έως 4.800 ευρώ μεικτά.
Την ίδια ώρα, για το σύνολο του κατώτερου κλήρου δεν προβλέπεται αντίστοιχη ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά μέσα στην ίδια την Εκκλησία
Η ίδια η Ιεραρχία εμφανίζεται διχασμένη.
Ορισμένοι μητροπολίτες υποστηρίζουν ότι αποκαθίσταται μια χρόνια αδικία και ότι οι αυξημένες διοικητικές, διαχειριστικές και ποιμαντικές υποχρεώσεις τους δικαιολογούν υψηλότερες αποδοχές.
Άλλοι, όμως, επισημαίνουν το αυτονόητο: η χρονική στιγμή είναι κοινωνικά και πολιτικά προκλητική.
Όταν χιλιάδες οικογένειες δυσκολεύονται να πληρώσουν το ηλεκτρικό ρεύμα, όταν οι τιμές των τροφίμων εξανεμίζουν τον μισθό πριν τελειώσει ο μήνας και όταν οι συντάξεις παραμένουν καθηλωμένες, η εικόνα γενναίων αυξήσεων σε ήδη υψηλόβαθμους εκκλησιαστικούς παράγοντες προκαλεί εύλογα ερωτήματα.
Και προκαλεί ακόμη περισσότερα όταν η κυβέρνηση φέρεται να απέρριψε εισηγήσεις για μια μικρότερη, αλλά ευρύτερη αύξηση που θα αφορούσε όλους τους κληρικούς, επικαλούμενη τις περιορισμένες δημοσιονομικές δυνατότητες.
Δηλαδή, για τους πολλούς δεν υπάρχουν χρήματα. Για τους λίγους, όμως, τα δημοσιονομικά περιθώρια εμφανίστηκαν ξαφνικά.
Οι παπάδες της πρώτης γραμμής έμειναν απ’ έξω
Στην ελληνική περιφέρεια υπάρχουν ιερείς που υπηρετούν δύο και τρεις ενορίες. Ιερείς που μετακινούνται με δικά τους έξοδα, στηρίζουν άπορες οικογένειες, επισκέπτονται ηλικιωμένους, οργανώνουν συσσίτια και καλύπτουν κοινωνικές ανάγκες που το κράτος συχνά αδυνατεί ή αρνείται να καλύψει.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν φαίνεται να αποτέλεσαν προτεραιότητα.
Η κυβερνητική επιλογή δημιουργεί την εντύπωση ότι αναγνωρίζει κυρίως την κορυφή της εκκλησιαστικής διοίκησης και όχι τη βάση της Εκκλησίας, δηλαδή τους εφημέριους που βρίσκονται καθημερινά μέσα στην κοινωνία.
Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο το ύψος των αυξήσεων. Είναι πρωτίστως η κατανομή τους.
Προεκλογικό «δώρο» ή αποκατάσταση αδικίας;
Ακόμη και ιεράρχες που θεωρούν δίκαιο το αίτημα εκφράζουν ανησυχία για τη χρονική συγκυρία. Σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα κινείται προς εκλογικές αναμετρήσεις, η κυβερνητική απόφαση κινδυνεύει να ερμηνευθεί ως πολιτική εξυπηρέτηση ή ως προσπάθεια καλλιέργειας προνομιακών σχέσεων με την εκκλησιαστική ηγεσία.
Η Ιεραρχία καλείται τώρα να εξηγήσει στους πολίτες γιατί οι δικές της αποδοχές αυξάνονται τόσο σημαντικά, όταν η κοινωνία ακούει καθημερινά ότι «δεν αντέχει ο προϋπολογισμός» και ότι «δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια».
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, οφείλει να εξηγήσει γιατί δεν επέλεξε μια δικαιότερη και περισσότερο ισορροπημένη λύση για το σύνολο του κλήρου.
Η κίνηση του μητροπολίτη Κυθήρων
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η ανακοίνωση του μητροπολίτη Κυθήρων Σεραφείμ ότι θα διαθέσει το μεγαλύτερο μέρος της αύξησής του στο φιλανθρωπικό σωματείο «Φιλοστοργία – Τσιριγώτικη Κοινωνική Φροντίδα», για τη στήριξη της στέγασης εκπαιδευτικών και γιατρών που υπηρετούν στα Κύθηρα.
Η απόφαση είναι αξιέπαινη και δείχνει κοινωνική ευαισθησία.
Ταυτόχρονα, όμως, γεννά ένα αμείλικτο ερώτημα: αφού ένας μητροπολίτης μπορεί να κρίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης δεν είναι απαραίτητο για τον ίδιο και να το διαθέσει για κοινωνικούς σκοπούς, γιατί η κυβέρνηση δεν κατεύθυνε εξαρχής αυτά τα χρήματα προς τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας ή προς τους χαμηλόμισθους κληρικούς;
Το μήνυμα είναι λάθος
Η Εκκλησία οφείλει να βρίσκεται δίπλα στους αδύναμους και όχι να εμφανίζεται ως μέρος μιας προνομιούχας κρατικής ελίτ.
Αν η κυβέρνηση επιθυμούσε πραγματικά να διορθώσει μισθολογικές αδικίες, θα μπορούσε να προχωρήσει σε μια λελογισμένη, διαφανή και οριζόντια αναπροσαρμογή για το σύνολο του κλήρου, με προτεραιότητα σε όσους λαμβάνουν τις χαμηλότερες αποδοχές.
Αντί γι’ αυτό, επέλεξε μια ρύθμιση που διευρύνει τις αποστάσεις ανάμεσα στην κορυφή και τη βάση.
Σε μια Ελλάδα όπου ο πολίτης καλείται καθημερινά να κάνει θυσίες, οι γενναίες αυξήσεις στους δεσποτάδες αποτελούν ένα βαθιά λανθασμένο μήνυμα.
Διότι η πίστη δεν μετριέται σε μισθολογικά κλιμάκια και η κοινωνική προσφορά δεν κατοικεί μόνο στα μητροπολιτικά μέγαρα. Βρίσκεται κυρίως στις μικρές ενορίες, στα χωριά, στα συσσίτια και δίπλα στους ανθρώπους που δοκιμάζονται.
Και εκεί, για ακόμη μία φορά, η κυβέρνηση δεν κοίταξε.

