Σοβαροί δυνητικοί κίνδυνοι, νέες μελέτες, εγκρίσεις και δημόσια διαβούλευση — Μεγάλα ερωτήματα για το πώς προχώρησε η αδειοδότηση του έργου
Η υπόθεση του ΧΥΤΒΕΑ Τανάγρας δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια απλή τεχνική ή τοπική διαφωνία. Η νέα, τρίτη κατά σειρά γνωμοδότηση του ΓΕΑ/ΓΕΕΘΑ, τον Απρίλιο του 2026, φέρνει στο προσκήνιο σοβαρά ερωτήματα για την αδειοδότηση, τη χωροθέτηση και την υλοποίηση ενός έργου που αφορά επικίνδυνα βιομηχανικά απόβλητα, σε άμεση γειτνίαση με την 114 Πτέρυγα Μάχης και μέσα στον καλλιεργήσιμο κάμπο της Τανάγρας.
Η νέα γνωμοδότηση δεν φαίνεται να είναι μια τυπική υπηρεσιακή παρατήρηση. Αντίθετα, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται, αναγνωρίζει σειρά σοβαρών δυνητικών κινδύνων από την παρουσία και έκθεση σε επικίνδυνες χημικές ουσίες, όπως βαρέα μέταλλα, διοξίνες και πτητικές οργανικές ενώσεις, αλλά και από επικίνδυνες, εύφλεκτες και δυνητικά εκρηκτικές ενώσεις, όπως η αλατώδης σκωρία και τα παράγωγά της.
Το ερώτημα πλέον είναι πολιτικό, θεσμικό και περιβαλλοντικό: πώς θεωρήθηκε επαρκής η περιβαλλοντική αδειοδότηση του 2023, όταν το 2026 οι ίδιες στρατιωτικές υπηρεσίες θέτουν τόσο εκτεταμένες προϋποθέσεις, νέους ελέγχους, μελέτες, εγκρίσεις και διαδικασίες διαβούλευσης;
Από την απλή γνωμοδότηση στους 20+ όρους
Η εξέλιξη της στάσης των αρμόδιων στρατιωτικών υπηρεσιών προκαλεί εύλογα ερωτήματα.
Το 2022 υπήρξε γνωμοδότηση χωρίς πρόσθετους όρους.
Το 2024 καταγράφηκε αδυναμία γνωμοδότησης λόγω ουσιωδών ελλείψεων.
Το 2026 έρχεται νέα γνωμοδότηση με περισσότερους από 20 όρους, ειδικές απαιτήσεις, μελέτες, ελέγχους, εγκρίσεις και ρητή πρόβλεψη ακόμη και για άμεση διακοπή του έργου, αν διαπιστωθούν κρίσιμες επιπτώσεις.
Αυτή η μεταβολή δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ουσιαστική ανατροπή στο πλαίσιο αξιολόγησης του έργου.
Διότι όταν το ΓΕΑ/ΓΕΕΘΑ ζητά συμμόρφωση με διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές οργανισμών όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων, τότε προφανώς δεν μιλάμε για ένα έργο χαμηλού ρίσκου.
Μιλάμε για μια εγκατάσταση που αγγίζει ζητήματα εθνικής άμυνας, πτητικής ασφάλειας, δημόσιας υγείας, προστασίας των υπόγειων υδάτων και περιβαλλοντικής ασφάλειας.
Η 114 Πτέρυγα Μάχης δεν είναι «γειτονικό οικόπεδο»
Η γειτνίαση του ΧΥΤΒΕΑ με την 114 Πτέρυγα Μάχης είναι το στοιχείο που δίνει στην υπόθεση εντελώς διαφορετική βαρύτητα.
Δεν πρόκειται μόνο για περιβαλλοντικό ζήτημα. Πρόκειται και για ζήτημα επιχειρησιακής ασφάλειας της Πολεμικής Αεροπορίας.
Οι δυνητικοί κίνδυνοι που αναφέρονται αφορούν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, πτητική ασφάλεια, προσωπικό, υποδομές, ύδατα, αλλά και κατοικίες στελεχών. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά στην προστασία της γεώτρησης που υδροδοτεί την 114 Πτέρυγα Μάχης και τις κατοικίες στελεχών.
Άρα το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό:
Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη να λειτουργήσει μια τέτοια εγκατάσταση δίπλα σε κρίσιμη στρατιωτική υποδομή, χωρίς να έχουν προηγηθεί όλες οι ειδικές μελέτες, οι εγκρίσεις και οι διαδικασίες που σήμερα ζητούνται;
Δεν είναι μόνο η Τανάγρα — αφορά ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή
Το θέμα δεν περιορίζεται στα διοικητικά όρια ενός δήμου. Η λειτουργία μιας εγκατάστασης που θα συγκεντρώνει, θα επεξεργάζεται και θα θάβει επικίνδυνα βιομηχανικά απόβλητα έχει ευρύτερη περιβαλλοντική και κοινωνική διάσταση.
Οι ανησυχίες για τα υπόγεια ύδατα, τον αέρα, το έδαφος, τη δημόσια υγεία και τον Νότιο Ευβοϊκό δεν μπορούν να προσπερνώνται με γενικές διαβεβαιώσεις.
Η περιοχή της Τανάγρας, η Βοιωτία, η Εύβοια και συνολικά η ευρύτερη ζώνη που επηρεάζεται από τα υδατικά και περιβαλλοντικά δεδομένα έχουν δικαίωμα σε πλήρη ενημέρωση, ουσιαστική διαβούλευση και απολύτως τεκμηριωμένες απαντήσεις.
Όταν το ίδιο το στρατιωτικό σκέλος της διοίκησης θέτει προϋποθέσεις για ειδικούς ελέγχους και πιθανή διακοπή του έργου, η κοινωνία δεν μπορεί να καλείται απλώς να εμπιστευθεί καθησυχαστικές δηλώσεις.
Τα ερωτήματα που δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα
Πρώτον: Πώς εγκρίθηκε περιβαλλοντικά το έργο το 2023, εφόσον το 2024 διαπιστώθηκαν ουσιώδεις ελλείψεις και το 2026 ζητούνται τόσο εκτεταμένοι πρόσθετοι όροι;
Δεύτερον: Έχουν ολοκληρωθεί όλες οι απαιτούμενες ειδικές μελέτες για τις επιπτώσεις στην πτητική ασφάλεια, στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, στο προσωπικό και στους κατοίκους;
Τρίτον: Έχουν αξιολογηθεί επαρκώς οι κίνδυνοι από εύφλεκτες, επικίνδυνες και δυνητικά εκρηκτικές ενώσεις;
Τέταρτον: Έχει υπάρξει πλήρης συμμόρφωση με τα διεθνή πρότυπα δημόσιας υγείας, εργασιακής ασφάλειας και χημικής προστασίας;
Πέμπτον: Πότε και πώς θα γίνει η νέα δημόσια διαβούλευση που προβλέπεται;
Έκτον: Ποιος θα έχει την ευθύνη αν, μετά την έναρξη κατασκευής ή λειτουργίας, διαπιστωθούν επιπτώσεις που θα επιβάλουν διακοπή του έργου;
Το πιο κρίσιμο σημείο: πρόβλεψη διακοπής χωρίς αποζημίωση
Η πιο βαριά παράμετρος της γνωμοδότησης είναι η πρόβλεψη ότι το έργο μπορεί να διακοπεί άμεσα, σε οποιαδήποτε φάση κατασκευής ή λειτουργίας, χωρίς αποζημίωση, εφόσον διαπιστωθούν επιπτώσεις στην πτητική ασφάλεια, στις στρατιωτικές υποδομές, στη δημόσια υγεία ή στο περιβάλλον.
Αυτό από μόνο του δείχνει ότι οι κίνδυνοι δεν αντιμετωπίζονται ως θεωρητικοί ή αμελητέοι.
Αν ήταν αμελητέοι, δεν θα υπήρχε τέτοια ρήτρα.
Αν ήταν πλήρως ελεγμένοι, δεν θα απαιτούνταν νέες μελέτες.
Αν όλα είχαν απαντηθεί το 2023, δεν θα φτάναμε το 2026 σε γνωμοδότηση με δεκάδες νέους όρους.
Ο ΧΥΤΒΕΑ Τανάγρας δεν είναι ένα έργο που μπορεί να προχωρήσει με τη λογική «πάμε και βλέπουμε».
Όταν μιλάμε για επικίνδυνα βιομηχανικά απόβλητα, για υπόγεια ύδατα, για δημόσια υγεία, για πτητική ασφάλεια και για εγκαταστάσεις της Πολεμικής Αεροπορίας, δεν χωρούν μισές απαντήσεις.
Η νέα γνωμοδότηση ΓΕΑ/ΓΕΕΘΑ δεν κλείνει το θέμα. Το ανοίγει ξανά — και μάλιστα με τον πιο επίσημο τρόπο.
Και από εδώ και πέρα, όσοι επιμένουν να παρουσιάζουν την υπόθεση ως μια απλή τοπική αντίδραση, οφείλουν να απαντήσουν σε κάτι πολύ συγκεκριμένο:
Αν δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, γιατί ζητούνται νέες μελέτες, νέοι έλεγχοι, νέες εγκρίσεις, νέα διαβούλευση και δυνατότητα άμεσης διακοπής του έργου;
Γιατί αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι καμπανάκι.
Και μάλιστα πολύ δυνατό.

